.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Το Ομηρικόν Θρύον: Η Μυκηναϊκή πόλις του Βασιλείου του Νέστορα στον Αλφειό ποταμό


Το Ομηρικό- Μυκηναϊκό Θρύο

Η Μυκηναϊκή πόλη Θρύον αναφέρετε στην Ιλιάδα σαν μία από τις εννέα μεγάλες πόλεις του Βασιλείου του Νέστορα. Υπήρξε μεγάλο Μυκηναϊκό κέντρο των Νειλείδων ή Πυλίων και αναπόσπαστο μέρος της Παναρχαίας Τριφυλίας, η οποία στα Μυκηναϊκά χρόνια έφτανε μέχρι τις όχθες του Αλφειού ποταμού.
Το Ομηρικό Θρύον ταυτίζετε με το σύνολο των προϊστορικών ευρημάτων (οικίες, τάφοι και κεραμεική) στην λοφώδη περιοχή βόρεια τού σύγχρονου Επιταλίου Τριφυλίας.
" Όσοι εκαρπούντο την Πύλο και την ποθητή Αρήνη και το Θρύον, κοντά στου ποταμιού του Αλφειού το πέρασμα και το καλόχτιστο Αιπύ, και τον Κυπαρισσήεντα και την Αμφιγένεια κατοικούσαν, και την Πτελεόν και το Έλος και το Δώριον... Αρχηγός αυτών ήταν ο Γερήνειος Νέστωρ ο αρματομάχος. Στις διαταγές του αρμένιζαν στην γραμμή ενενήντα βαθουλά καράβια." Ιλιάδα Β΄ στιχ. 591- 602
Το Θρύο, πόλη του Νέστωρος, που αναφέρετε στην εκστρατεία του κατά των Επειών (Ιλιάδα Ραψωδία Λ, 670-762) "...Υπάρχει κάποια πόλη Θρυόεσσα, μακρυά σε λόφο απότομο, κοντά στον Αλφειό εκεί που τελειώνει η Πύλος η αμμουδερή..."
Το θρύον ήταν μεγάλη πόλη των Πυλίων, ακριβώς στα προς βορρά σύνορα του Βασιλείου των Νειλήδων, τα οποία όριζε ο Αλφειός ποταμός.


Το "Αλφειοίο πόρον"[1]

Γύρω στα -5.000 η συνεχής παγκόσμια άνοδος της στάθμης της θάλασσας άρχισε να ελαττώνεται αισθητά. Κατά την αρχή της Ελλαδικής περιόδου (-3.000 περίπου) η άνοδος της θαλάσσιας στάθμης μειώνεται ακόμα περισσότερο με τάσεις πλέον σταθεροποίησης. Εκείνη την εποχή οι εκβολές του Αλφειού ήσαν 500 περίπου m δυτικά του Αη Γιώργη και η θαλάσσια ακτογραμμή βρισκόταν στην θέση της σημερινής Εθνικής Οδού. Ο ποταμός Αλφειός με την σταθεροποίηση της στάθμης της θάλασσας, μεταφέροντας πάνω από 2.500.000 τόνους φερτών υλικών το χρόνο, αρχίζει σταδιακά να επιχώνει την θαλάσσια ακτογραμμή στην περιοχή των εκβολών του και να την απομακρύνει σταδιακά προς τα δυτικά. Παράλληλα συμβάλλει μαζί με τους δυτικούς ανέμους και τα θαλάσσια ρεύματα στην δημιουργία της λίμνης Αγουλινίτσας. Έτσι η λίμνη με αισθητά μικρότερη επιφάνεια της τελικής, υφίσταται ήδη πριν από τους Κλασσικούς χρόνους (περίπου -500) και δεν δημιουργήθηκε κατά τον Μεσαίωνα όπως λανθασμένα μέχρι σήμερα πιστεύαμε.
Αρκετά χιλιόμετρα πριν τα Αγιωργήτικα ο Αλφειός ρέει σε επίπεδο περιβάλλον με πολύ μικρές εδαφικές κλίσεις. Οι νόμοι της φυσικής, επιβάλλουν σε αυτές τις περιοχές, η κοίτη του ποταμού να φαρδαίνει, το βάθος του νερού να μειώνεται και η ροή του ποταμού να έχει μικρή ταχύτητα. Αποτέλεσμα αυτών είναι η δημιουργία διαβατής θέσης στο ποτάμι, στην περιοχή των εκβολών του, γνωστής από αρχαιοτάτους χρόνους σαν "πόρος". Ο πόρος χρησιμοποιείται κατά κανόνα κατά τους θερινούς μήνες που η παροχή του Αλφειού περιορίζεται σημαντικά με συνέπεια την περαιτέρω μείωση του βάθους νερού του.
Γνωστό λοιπόν το πέρασμα του Αλφειού από την Ομηρική Ηλιάδα ,"Αλφειοίο πόρον", εξυπηρετούσε τον παραλιακό δρόμο προς Ήλιδα και έμελλε να αποτελέσει σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα για την περιοχή.


Η Αρχαιολογική έρευνα[2]

Ο Ε. Meyer[3] υποστήριξε ότι το Θρύον έπρεπε να τοποθετειθεί επί του υψώματος «Ντάρντιζα», βορείως της Αγουλινίτσης, χωρίς να επιχειρή διάκρισιν μεταξύ της ομηρικής μυκηναϊκής πόλεως Θρυοέσσης (Ιλ. Β 591) και του Επιταλίου των ιστορικών χρόνων (Ξεν. Έλλην. III 2, 29).
Η θέσις της μυκηναϊκής Θρυοέσσης, την οποίαν προτείνει ο Meyer, είναι λίαν αμφίβολος μετά τας ερεύνας των MacDonald και Hope Simpson[4], οι οποίοι επεσήμανον μυκηναϊκόν νεκροταφείον εις την θέσιν των τεσσάρων λοφίσκων, ένθα ευρίσκεται και το εκκλησίδιον του Αγίου Γεωργίου.
Η Θρυόεσσα θα πρέπη να αναζητηθή πλησίον του μυκηναϊκού τούτου νεκροταφείου, εις την θέσιν δηλαδή, την οποίαν ήδη ο Partsch[5] είχε προτείνει, και την οποίαν όχι απολύτως δικαιολογημένος απορρίπτει ο Meyer[6], χωρίς μάλιστα να έχη σαφείς προϊστορικός ενδείξεις εκ του λόφου της Ντάρντιζας.
Η γνώμη των φιλολόγων κυρίως ερευνητών, οι οποίοι τοποθετούν την Θρυόεσσαν βορείως του Αλφειού, είτε πλησίον του χωρίου Στρέφι[7] είτε νοτίως του χωρίου Κούκουρα[8], στηριζόμενοι εις την αφήγησιν του Νέστορος εις το Λ της Ιλιάδος[9], νομίζω ότι πρέπει πλέον να εγκαταλειφθή.
Ως μας διδάσκουν ανάλογα παραδείγματα[10], η μυκηναϊκή Θρυόεσσα επεξετάθη κατά τους ιστορικούς χρόνους προς το πεδινόν της περιοχής παρά την θάλασσαν, μετονομασθείσα εις Επιτάλιον πρέπει δε να ήτο παραθαλάσσιος πόλις, πριν αι πλημμύραι και μεγάλαι προσχώσεις του Αλφειού την απομακρύνουν εκ της θαλάσσης, μετατοπίζουσαι την γραμμήν των ακτών τρία σχεδόν χιλιόμετρα δυτικώτερον. Εις τας προσχώσεις ταύτας οφείλεται και ο σχηματισμός των λιμνοθαλασσών Αγουλινίτσης και Μουριάς, δυτικώς του Πύργου. Κατά τους χρόνους του Παυσανίου, ως φαίνεται, δεν είχον σχηματισθή εισέτι αι λιμνοθάλασσαι, υπήρχε μόνον πλησίον των Λετρινών[11] μικρά λίμνη[12], ενσωματωθείσα αργότερον εις την λιμνοθάλασσαν της Μουριάς.
Περί την θέσιν των προσφάτως αποκαλυφθέντων ερειπίων, και δη των πλησιέστερον προς τον ποταμόν κειμένων, θα πρέπη ίσως να αναζητηθή και το περίφημον ιερόν της Αλφειονίας η Αλφειούσης Αρτέμιδος[13], το κεκοσμημένον με «τας σφόδρα ευδοκίμους γραφάς» των Κορινθίων ζωγράφων Κλεάνθους και Αρήγοντος[14].


Ο Προϊστορικός αρχαιολογικός χώρος στα "Αγιοργίτικα"

Βόρεια του σημερινού Επιταλίου και σε μικρή απόσταση από αυτό, βρίσκεται η καταπράσινη λοφώδης περιοχή γεμάτη πεύκα και εληές, που πάνω της δεσπόζει το γραφικό εκκλησάκι του Αϊ Γιώργη. Η λοφώδης αυτή περιοχή (τα Αγιωργήτικα) ουσιαστικά αποτελείται από τέσσερεις διακεκριμένους λόφους και οριοθετείται βόρεια από τον π. Αλφειό, ανατολικά από την σιδηροδρομική γραμμή, δυτικά από την Ε.Ο. Πύργου- Κυπαρισσίας και νότια από δημοτική οδό. Το λοφώδες συγκρότημα ορθώνεται απότομα, με απρόσιτες μεγάλων κλίσεων πλαγιές, πάνω από ένα σχεδόν επίπεδο εδαφικό περιβάλλον. Ο λόφος που βρίσκεται κοντά στην Ε.Ο. φθάνει σε ύψος 72,90μ., ο βόρειος κοντινότερος στον Αλφειό αγγίζει τα 76,40μ. και ο νότιος προς την δημοτική οδό τα 73,10μ. Ο κοντινότερος στο Επιτάλιο λόφος που χωρίζεται από την Ντάρτιζα με την μικρή χαράδρα απ΄όπου διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή, είναι και ο ψηλότερος με υψόμετρο κορυφής 87,30μ..
Κατά τις ανασκαφές του αρχαίου Επιταλίου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία με υπεύθυνο τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη, βρέθηκαν πέραν των άλλων Μεσοελλαδικά και Υστεροελλαδικά όστρακα. Με επέκταση της έρευνας μέχρι και τους πρόποδες των λόφων Αγιωργήτικα, στον πόδι του λόφου προς την Σ.Γ., ο Π. Θέμελης διαπίστωσε ότι πολλά από αυτά είχαν παρασυρθεί από τα όμβρια νερά, από προϊστορικό οικισμό που εντοπίστηκε στους λόφους. Το Ομηρικό - Μυκηναϊκό Θρύο της εποχής του χαλκού, μετά από αμέτρητες υποθέσεις, είχε επιτέλους εντοπιστεί.
Κατά την δεκαετία του 1950, αρκετές φορές τα παιδιά της εποχής αποτολμούσαν την είσοδό τους σε σκοτεινό όρυγμα (στοά) μέσα στον λόφο Μπαρκέικα, ημικυκλικού σχήματος, σε κοντινό από τον Αϊ Γιώργη σημείο. Το όρυγμα κατασκευάστηκε από τους Γερμανούς κατά την διάρκεια της κατοχής για καθαρά οχυρωματικούς σκοπούς. Μέσα στο οχυρωματικό έργο, μετά από μικρή δοκιμαστική τομή, ο Π. Θέμελης απεκάλυψε την ύπαρξη μυκηναϊκής οικίας[15].
Συγκεκριμένα ανεσκάφη μία ΥΕ οικία (διαστάσεων των τουλάχιστον 7,9Χ 10μ και συνολικού ελάχιστου εμβαδού 50τμ.[16][16α], ορθογώνιας κάτοψης και με προσανατολισμό Α προς Δ, από την οποία διεσώθησαν τμήματα δύο δωματίων (Α και Β). Η θεμελίωση τους εδραζόταν στο φυσικό βράχο, και ως υλικό δομής χρησιμοποιήθηκαν ποταμίσια βότσαλα μικρών και μεσαίων διαστάσεων, τα οποία υπήρχαν σε αφθονία στον παρακείμενο Αλφειό .
Το δωμάτιο Α (διαστάσεων 2,80Χ 4,50μ)[17] «επικοινωνούσε» με το δωμάτιο Β, μέσω θύρας, η οποία είχε ανοιγεί στον βόρειο τοίχο.
Στον νότιο τοίχο του δωματίου Β ανευρέθη in situ μία ασάμινθος, που πιθανώς επιβεβαιώνει τον οικιστικό και όχι βιοτεχνικό χαρακτήρα της εγκατάστασης[18].
Από το Α προήλθαν όστρακα, κυρίως κύλικες, ενώ εντοπίσθηκαν και τρία θραύσματα από ειδώλια (δύο ανθρώπινα και το οπίσθιο τμήμα ενός ζωομορφικού ειδωλίου)[19]. Επιφανειακή έρευνα στην ευρύτερη περιοχή απέδωσε όστρακα της ΜΕ και ΥΕ εποχής. Προτάθηκε η χρονολογική κατάταξη του οικιστικού συνόλου στην ΥΕΙΙΙΒ[20].
Η εξέταση των γραπτών οστράκων κατέδειξε τα εξής:
Α) δύο όστρακα, προέρχονται πιθανώς από κύλικες. Το ένα φέρει το μοτίβο FM24 και το άλλο σχηματοποιημένο φοίνικα (FM15- Palm II:3). Και τα δύο χρονολογικώς κατατάσσονται στην ΥΕΙΙΙΑ2.
Β) όστρακο από κλειστό αγγείο (αμφορέα ή πιθαμφορέα) με φολίδες (FM70:8), ανάγεται στην ΥΕΙΙΙΒ
Γ) Στην ΥΕΙΙΙΑ2/Β πρέπει να καταταγεί και όστρακο με διάκοσμο εφαπτομένης σπείρας (FM 46) στο κέντρο της οποίας έχει γραφεί περίστικτος κύκλος με τις ακτίνες του. Το θέμα συμπληρώνεται με Ν– σχημο (FM60).
Δ) Από την εξέταση των οστράκων προκύπτει πως η πρώτη κατοίκηση της περιοχής πρέπει να έλαβε χώρα στην ΥΕΙΙΒ αφού σε όστρακο από κύπελλο Βαφειού (χοανοειδής παραλλαγή) είχε γραφεί φυλλοφόρος ταινία (FM 64:5), η οποία καθίσταται ιδιαίτερο γνώρισμα της ΥΕΙΙΒ[21], ενώ σε άλλο όστρακο (πιθανώς από αλάβαστρο) αποδίδεται περίστικτο κύμα[22].
Χρονολόγηση: Από την εξέταση της κεραμικής συμπεραίνεται πως ο οικισμός συγκροτείται στην ΥΕΙΙΒ και εξακολουθεί να κατοικείται μέχρι και την ΥΕΙΙΙΒ. Κατόπιν εγκαταλείπεται ακολουθώντας τη «μοίρα» του μεσσηνιακού κράτους.


Οι κάτοικοι του Θρύου κατασκευάζουν τις κατοικίες τους σε ύψωμα, κοντά στις όχθες του Αλφειού, πάνω από μια λωρίδα καλλιεργήσιμης γης που ακολουθούσε τους πρόποδες του βουνού. Μια στρατηγική θέση, αρκετά ασφαλή από τους εισβολείς, που ήταν σε θέση να ελέγξει τον ευκολότερο δρόμο από την αρχαία Τριφυλία προς την Ηλεία και αντίστροφα μέσω του πόρου του Αλφειού. Από τα υψώματα του λόφου ήσαν σε θέση να εντοπίσουν έγκαιρα και από μεγάλη απόσταση την κίνηση στον παραλιακό Τριφυλιακό δρόμο. Το ίδιο εδαφικό πλεονέκτημα θα εκμεταλλευόταν και το αρχαίο Επιτάλιο αρκετούς αιώνες αργότερα.
Επίσης ο Π. Θέμελης εντόπισε και θεμέλια μυκηναϊκού σπιτιού στην ίδια περιοχή, ορατά πάνω σε βράχους. Στο Θρύο δεν εντοπίστηκαν μέχρι σήμερα Μεσοελλαδικά ευρήματα και αντικείμενα της Γεωμετρικής περιόδου, γεγονός που ενισχύει την πιθανολογούμενη εποχή ύπαρξής του.
Η έρευνα του Θρύου δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού δεν υπήρξε το ανάλογο ενδιαφέρον από την Πολιτεία και λοιπούς αρμόδιους φορείς.

Σημειώσεις:
[1] Σύλλογος Επιταλιωτών Αθήνας "Ο Αλφειός"
[2] Α.Δ. 22 (1967) σελ. 211
[3] Ε. Meyer, Neue peloponnesische Wanderungen, 1957, σ. 60.
[4] AJA 65 (1961), σ.227, 12 και 13.
[5] Olympia I (1897), σ.12.
[6] Έ.α. σ.49.
[7] F. Bölte, Ein pylisches Epos, Rhein. Mus. NF 83, 1934.
[8] V. Burr, Νεών Κατάλογος, Klio, Beiheft 49 (1944), σ.65.
[9] Βλ. και Μ. Σακελλαρίου, Τα όρια της χώρας των Επειών, Πελοποννησιακά, Γ' Δ' (1960), σ.17 46, ο οποίος, ενώ δεν παραδέχεται την γεωγραφικήν αξιοπιστίαν της αφηγήσεως του Νέστορος (σ.38κ.ε.) και στηρίζει τα συμπεράσματά του εις τον «Νεών Κατάλογον», τοποθετεί εν του τοις την Θρυόεσσαν παρά το Στρέφι (τοπογρ. διάγρ. σ.32).
[10] Π.χ. η μεσσηνιακή Πύλος των ιστορικών χρόνων εκ των υψωμάτων πέριξ του ανακτόρου του Άνω Έγκλιανού κατήλθεν εις την πεδινήν περιοχήν βορείως του κόλπου του Ναυαρίνου. Η μυκηναϊκή πόλις Άνθεια της Μεσσηνίας, μετονομασθείσα εις Θουρίαν, επεξετάθη εκ του λόφου του «Ελληνικού» εις την προς Ν. πεδινήν περιοχήν (Παυσανίας VI, 31, 12).
[11] Δια του προσφάτου ευρύματος του ιερού της Ολυμπίας (ΑΔ 19 (1964): Χρονικά, σ.100) βεβαιώνεται και επιγραφικώς η πόλις των Λετρίνων, και δη από του πρώτου ημίσεος του -5ου αι.
[12] Παυσανίας VI, 22, 11.
[13] Στράβων VIII 3, 12 και Άθήναιος VIII, 346, β, γ.
[14] Βλ. και χάρτην του Kaupert εν Olympia und Umgegend, 1882.
[15] Θέμελης 1968δ, σελ. 201, Αντωνίου 2008, σελ. 119.
[16] Hiesel 1990, σελ. 181.
[16α] Κ. Νικολέντζος, "Μυκηναϊκή Ηλεία" σελ. 607
[17] Θέμελης 1968δ, σελ. 201.
[18] Θέμελης 1968α, σελ.170 και 1968δ, σελ. 201. Ασάμινθοι έχουν επισημανθεί σε διάφορες θέσεις της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Ακρωτήρι της Θήρας (Ντούμας 1976, σελ. 319, εικ. 14) αλλά και ταφικά σύνολα (Βούντενη Αχαίας, Κουκουνάρα Μεσσηνία. Η Σαρπάκη (Σαρπάκη 1989, σελ. 31) υποστηρίζει ότι η ανεύρεση ασαμίνθων στο Ακρωτήρι της Θήρας, που συνδέονταν με αποχετεύσεις (πχ στην Ξεστή 3), συσχετίζεται με την επεξεργασία αρωματικών φυτών, προκειμένου να συλλεγεί το εκχύλισμά τους, το οποίο, στη συνέχεια, «αρωμάτιζε» το λάδι.
[19] Θέμελης 1969.
[20] Schachermeyer 1976, σελ. 155, Hiesel 1990, σελ. 181
[21] Πρβ κεφάλαιο με θέματα διακόσμησης κυπέλλων Βαφειού και Mountjoy 1994, σελ. 43 και 44 (απολύτως ενδεικτικά). 
[22] Το οποίο μπορεί να αναχθεί χρονολογικά στην ΥΕΙΙΒ (πρβ και αλάβαστρο από φάση ΙΙΙΒ της πόλης του Αιγίου, το οποίο η κα Παπάζογλου χρονολογεί στην ΥΕΙΙΒ– Παπάζογλου 1998, σελ.73, αρ. 239).







Printfriendly