.widget.ContactForm { display: none; }

Σελίδες

Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Η Αποθήκη Οίνου του Άνω Εγκλιανού


 Η προσθήκη του κτηρίου στο βορειοδυτικό άκρο του λόφου του Άνω Εγκλιανού (διαστ.18,48Χ 8,45µ., εµβαδόν 103,6 τ.µ.) κατά την ύστερη ΥΕ ΙΙΙΒ2 περίοδο σχεδόν διπλασίασε το αποθηκευτικό δυναµικό του ανακτορικού συγκροτήµατος σε πίθους (πίνακας1).1 

Στα βόρεια του κυρίως μεγάρου, παράλληλα με το ΒΔ άκρο του λόφου του Εγκλιανού, βρίσκεται ένα ορθογώνιο κτίριο με προθάλαμο. Στην πρώτη αίθουσα έχουν βρεθεί τουλάχιστον 35 μεγάλοι πίθοι, διατεταγμένοι σε τέσσερις σειρές παράλληλα προς τον νοτιοανατολικό τοίχο και σε μια σειρά κατά μήκος του βορειοδυτικού τοίχου, οι οποίοι στέκουν κατά χώραν, αν και τμήματά τους, κυρίως τα χείλη, έχουν σπάσει. Η λειτουργία του χώρου ως αποθήκη οίνου επιβεβαιώθηκε από την εύρεση 60 και πλέον σφραγίδων από τις οποίες 4 έφεραν το σύμβολο του κρασιού στη Γραμμική Β'.Η αποθήκη του οίνου είναι ένα κτίριο στα βόρεια του κυρίως μεγάρου του ανακτόρου του Νέστορα, το οποίο περιείχε τουλάχιστον 35 μεγάλους αποθηκευτικούς πίθους, πακτωμένους στο έδαφος, καθώς και 60 πινακίδες Γραμμικής Β που ταυτοποιούν τη λειτουργία του.

 Λόγω αυτών και των ενδείξεων που παρέχουν τα ενεπίγραφα σφραγίσµατα για την αποθήκευση κρασιού, το κτήριο ερµηνεύθηκε από τους ανασκαφείς ως συγκρότηµα αποθήκευσης και διανοµής κρασιού.2 Δεν αποκλείεται, όµως, να χρησίµευε και για τη φύλαξη ειδών διατροφής. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από την παρουσία πολλών µεγάλων οικιακών σκευών, όπως πρόχων, πιθοειδών αγγείων, λεκανών, κρατευτή, πωµάτων, καθώς και δύο ψευδόστοµων αµφορέων που αντιστοιχούν στον συνηθισµένο τύπο FS164. 3 
 Έχει µάλιστα επισηµανθεί ότι η τροφή και τα σκεύη που είχαν αποθηκευθεί στην Αποθήκη Οίνου προορίζονταν για χρήση στο ανάκτορο, και συγκεκριµένα για την εξυπηρέτηση καθηµερινών αναγκών και πιθανώς και για συµπόσια.4


 Η µοναδική είσοδος βρισκόταν στη βορειοδυτική πλευρά του κτηρίου και διακρινόταν για το θυραίο άνοιγµα πλάτους 1,50µ. (Εικόνα1). Παρείχε πρόσβαση στον προθάλαµο 104 (διαστ.6,60Χ 3,17µ.), το δάπεδο του οποίου καλυπτόταν από λεπτό στρώµα κονιάµατος που είχε διατηρηθεί καλύτερα στη νοτιοανατολική γωνία.5 Οι ανασκαφείς αναφέρουν ότι περιείχε ελάχιστα κλειστά σκεύη (θραυσµένο αµφορέα, πιθανότατα του τύπου FS58, πίθο και πρόχου), καθώς και 118 στελέχη κυλίκων και όστρακα σκύφου, κυπέλλου, αρύταινας, τριποδικού σκεύους και πώµατος.6
 Το δωµάτιο 105 (διαστάσεων 6,60Χ 12,53µ.) συνιστούσε τον κύριο αποθηκευτικό χώρο, ο οποίος περιείχε τουλάχιστον 25 πίθους και οπές για τη στερέωση άλλων δέκα.7 Το στρώµα καταστροφής, πάχους 0,30- 0,50µ., είχε συντελέσει στην καλή διατήρηση των κλειστών συνόλων αγγείων και οµάδων οστράκων πάνω στο δάπεδο, καθώς και τριών σειρών πίθων κατά τον άξονα του µήκους του χώρου.8
 Όλοι οι πίθοι ήταν οξυπύθµενοι και µε εξαίρεση τον πίθο IV.1 βρέθηκαν βυθισµένοι κατά 0,30µ. ή περισσότερο κάτω από το επίπεδο του δαπέδου. Στις περιπτώσεις που το κατώτερο τµήµα των σκευών είχε διατηρηθεί καλά, περιείχε µελανή ουσία. Αρκετά άλλα αγγεία βρέθηκαν διασκορπισµένα ή πάνω στο δάπεδο σε άλλα τµήµατα του χώρου, δεν συνιστούσαν όµως λειτουργικές οµάδες.9
 Συγκεκριµένα, δύο ζεύγη πίθων πλαισίωναν την είσοδο του χώρου. Οι δύο πίθοι στα δεξιά του εισερχοµένου, καθώς και οι έξι πρώτοι πίθοι της σειράς Ι παραπλεύρως του νοτιοανατολικού τοίχου, ήταν στερεωµένοι µε λεπτούς λίθους που συγκρατούσαν στρώση πηλού, κατά τρόπο που σχηµάτιζε στενό θρανίο.10 Θραύσµατα και κοιλότητες στο δάπεδο τεκµηριώνουν την αρχική ύπαρξη τουλάχιστον άλλων έξι πίθων κατά µήκος του τοίχου. Επίσης, το παρόµοιο µε ασβέστη κιτρινωπό- λευκό υλικό που βρέθηκε κατά µήκος του νοτιοανατολικού τοίχου, από τον µεσότοιχο µέχρι το τέλος της σειράς των πίθων, µπορεί να αποδοθεί σε καµένες πλίνθους. Πάνω και µέσα στη συγκεκριµένη στρώση βρέθηκε µεγάλος αριθµός σφραγισµάτων.
 Το κεντρικό τµήµα του χώρου κατελάµβαναν άλλες δύο, έκκεντρα τοποθετηµένες σε σχέση µε την είσοδο, σειρές πίθων. Η βόρεια (σειρά ΙΙΙ) από αυτές περιελάµβανε οκτώ και η νότια επτά πίθους (σειρά ΙΙ).11 Η ύπαρξη µιας ακόµα σειράς πίθων κατά µήκος του βορειοανατολικού τοίχου είναι µάλλον απίθανη, αφού µόνο µία κοιλότητα εντοπίσθηκε κοντά στον βόρειο τοίχο. Εξάλλου, µε βάση την τοποθέτηση σκευών του χονδροειδούς ρυθµού κατά µήκος ή παράλληλα µε τον βόρειο τοίχο και τη µαύρη στρώση που πιθανότατα προερχόταν από οργανικά υλικά, η R.Palmer υποστήριξε την ύπαρξη ξύλινων ραφιών σε αυτό το σηµείο, όπου θα αποθηκεύονταν µαγειρικά και άλλα χρηστικά σκεύη.12
Τέλος, από το κοσκίνισµα των χωµάτων περισυνελέγησαν εργαλεία από οψιανό και πυριτόλιθο, δύο πυριτολιθικές αιχµές βελών, καθώς και δύο σφραγιδόλιθοι από κορναλίνη.13



Δωµάτιο 105: τα επιγραφικά δεδοµένα

 Το σύνολο των πενήντα συνολικά σφραγισµάτων και ενσφράγιστων εγγράφων από τους δύο χώρους της Αποθήκης Οίνου συνιστά τη µεγαλύτερη συγκέντρωση σε σχέση µε κάθε άλλο χώρο ή συγκρότηµα χώρων του ανακτορικού συγκροτήµατος (ποσοστό 20%), γεγονός που µπορεί να ερµηνευθεί από τη συχνή αποστολή ποσοτήτων κρασιού στο κτήριο.14 Από µορφολογική άποψη το σύνολο χαρακτηρίζεται από οµοιογένεια. Με την εξαίρεση των πέντε noduli (Kat.Nr. 81, 52, 55, 73, 67), περιελάµβανε κρεµαστά σφραγίσµατα.15
 Δεκατέσσερα σφραγίσµατα και θραύσµατα άλλων προέρχονται από την είσοδο του προθαλάµου 104. 16 Η υπόθεση ότι θα είχαν κρεµασθεί από κάποιο σφαίρωµα του θυραίου ανοίγµατος είναι αληθοφανής, αφού βρέθηκαν λίγο πιο πάνω από το επίπεδο του κατωφλίου µέσα σε καµένο χώµα.17 Τα δύο ζεύγη κρεµαστών σφραγισµάτων Kat.Nr.14Α-Β και Kat.Nr.65Α-Β, τα οποία έφεραν το αποτύπωµα του ιδίου σφραγιστικού δακτυλιδιού και της ίδιας σφραγίδας αντιστοίχως,18 υποδηλώνουν συναλλαγές µε τους ίδιους κατόχους σφραγίδας. Αφού κανένα από τα παραδείγµατα αυτής της οµάδας δεν φέρει το ιδεόγραµµα του κρασιού, τίποτα δεν αποδεικνύει ότι συνόδευαν οπωσδήποτε ποσότητες κρασιού.19


 Ο κύριος αποθηκευτικός χώρος 105 δεν περιείχε πινακίδες παρά µόνο τριάντα τέσσερα σφραγίσµατα και noduli. Αυτά βρέθηκαν στα σηµεία γύρω από τη σειρά Ι των πίθων και συγκεκριµένα µέσα ή πάνω στην επίχωση από τις καµένες πλίνθους. Η µελέτη των ανέκδοτων ηµερολογίων της ανασκαφής οδήγησε τη R.Palmer στη διάκριση τριών οµάδων σφραγισµάτων, οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα αντιστοιχούν στην αρχική τους θέση πριν την τελική καταστροφή του κτηρίου. Ιδιαίτερη σηµασία έχει η διαπίστωση ότι περιελάµβαναν και σύνολα σφραγισµάτων, τα οποία έφεραν τους ίδιους «σφραγιστικούς τύπους» και ήταν συγκεντρωµένα σε ένα σηµείο.20
 Ειδικότερα, η πρώτη οµάδα αποτελείτο από επτά κρεµαστά σφραγίσµατα, τα οποία βρέθηκαν γύρω από το σωζόµενο ανώτερο τµήµα των πίθων Ι.1 και Ι.2, οπότε αρχικώς θα κρέµονταν από κάποιο ανώτερο σηµείο ή θα ήταν τοποθετηµένα σε ψηλό ράφι.21 
 Από αυτά, τα 31Α-Ε είχαν θολόσχηµη επιφάνεια και φέρουν το ίδιο αποτύπωµα σφραγίδας (CMSI, 163). Περιλαµβάνουν τα ενεπίγραφα παραδείγµατα Wr1358 [31E], Wr1359 [31B] και Wr1360 [31C], που βρέθηκαν µαζί µπροστά από τον πίθο Ι.1 και δεν συνοδεύονταν από ανεπίγραφα σφραγίσµατα. Το πρώτο δεν έχει αποδοθεί σε γραφέα, ενώ τα Wr1359 [31B] και Wr1360 [31C] έχουν συνδεθεί µε τους γραφείς 13 («γραφίδα» S622) και S628-Ciii αντιστοίχως.22 Και οι δύο είχαν χαράξει σύντοµα έγγραφα µε θέµα µεµονωµένες συναλλαγές που σχετίζονταν µε την καθηµερινή διαχείριση.
 Πάνω και κοντά στα κατάλοιπα του τοίχου πίσω από τους πίθους Ι.3 και Ι.4 βρέθηκαν τα δέκα πέντε σφραγίσµατα και τα τέσσερα noduli Kat. Nr.81, 52, 55, 67 που συνιστούσαν τη δεύτερη οµάδα, καθώς και τρία σφραγίσµατα από το κοσκίνισµα των χωµάτων από τον τοίχο.23


 Η τρίτη οµάδα ήταν συγκεντρωµένη πάνω στον τοίχο πίσω από τον πίθο Ι.6 και αποτελείται από έξι κρεµαστά σφραγίσµατα και το nodulus Kat.Nr.73. Τα Kat.Nr.63 Α-Β και Kat.Nr.1Α-Β φέρουν το αποτύπωµα της ίδιας σφραγίδας και του ιδίου δακτυλιδιού αντιστοίχως. Το Kat.Nr.1Α φέρει το ιδεόγραµµα του οίνου (Wr1361) και έχει αποδοθεί στην παλαιογραφική κατηγορία Ci.
 Γενικώς, η συγκέντρωση των σφραγισµάτων του κτηρίου, ενεπίγραφων ή µη, σε τέσσερις οµάδες αντιπροσωπεύει τέσσερις διαδοχικές παραδόσεις αγαθών, µετά τις οποίες τα σφραγίσµατα είχαν διατηρηθεί προσωρινά ως αποδείξεις.24 
 Το γεγονός ότι και τα τέσσερα ενεπίγραφα σφραγίσµατα από το δωµάτιο 105 ανήκουν στον τριεδρικό κρεµαστό τύπο και φέρουν το ιδεόγραµµα του κρασιού στην επιφάνεια .α, υποδεικνύει ότι κρέµονταν αρχικώς από φλασκιά ή άλλα δοχεία γεµάτα µε κρασί και είχαν τελικώς απορριφθεί µετά το άδειασµα του κρασιού στα µόνιµα πήλινα σκεύη.25 Η ανεύρεσή τους πίσω από τους πίθους κατά µήκος του νοτιοανατολικού τοίχου ενισχύει την υπόθεση ότι οι λειτουργοί που παρελάµβαναν το κρασί τα είχαν φυλάξει προσωρινά πάνω από τα δοχεία. Μάλιστα, η τεκµηριωµένη δραστηριότητα των τριών γραφέων που τα είχαν χαράξει υποδεικνύει ότι τουλάχιστον τρεις αξιωµατούχοι, υπεύθυνοι έναντι του ανακτόρου για τη συλλογή του κρασιού, είχαν εκπληρώσει τα καθήκοντά τους.26


 Επιπλέον, αν και οι λέξεις me-ri-ti-jo και e-ti-wa-[no] των σφραγισµάτων Wr1360 (Γραφέας S628-Ciii) και Wr1359 (Γραφέας 13) που ανήκαν στην ίδια οµάδα είχαν ερµηνευθεί στο παρελθόν ως επίθετα προσδιοριστικά της ποιότητας του κρασιού, φαίνεται πιθανότερο να ήταν κύρια ονόµατα που δήλωναν την προέλευση του κρασιού από την περιφέρεια του ανακτόρου.27 Δεδοµένου ότι είχαν χαραχθεί από διαφορετικούς γραφείς, αυτοί και ο χρήστης της σφραγίδας CMSI 363 θα εργάσθηκαν µαζί για την κατασκευή τους, πιθανότατα όταν έφτασε το κρασί στο ανάκτορο.28 Εξάλλου, είχαν συνεργασθεί και για τη χάραξη της πλειονότητας των πινακίδων La και του εγγράφου Ae 629, τα οποία αφορούσαν σε λεπτοµέρειες της υφαντικής παραγωγής. Η πρόσφατη, όµως, αναθεώρηση της χρονολόγησης των συγκεκριµένων πινακίδων, η οποία συζητήθηκε ανωτέρω, δυσχεραίνει την ανασύνθεση της δραστηριότητας των δύο γραφέων. Το γεγονός αυτό επιβάλλει και την αναθεώρηση της άποψης της R.Ralmer ότι τα αγγεία ενδέχεται να περιείχαν και υφάσµατα, εκτός από µια ευρεία ποικιλία στερεών ή υγρών αγαθών.29
 Η αδυναµία συσχετισµού του γραφέως του σφραγίσµατος Wr1358 µε κάποιον από τους υπόλοιπους γραφείς, η διαπίστωση ότι αυτός και ο Γραφέας 13 δεν ήταν εξοικειωµένοι µε το ιδεόγραµµα του κρασιού,30 καθώς και οι δύο οµάδες ανεπίγραφων σφραγισµάτων υποδηλώνουν ότι στην Αποθήκη Οίνου δεν απασχολούνταν εξειδικευµένοι γραφείς, όταν έφτασαν τα συνοδευόµενα από τα σφραγίσµατα αγαθά. Το γεγονός ότι τέσσερα µόνο από τα σφραγίσµατα της Αποθήκης Οίνου έφεραν επιγραφή (ποσοστό 8% επί του συνόλου) υποδεικνύει ότι τα ανεπίγραφα σφραγίσµατα µπορούσαν να λειτουργήσουν ως φορείς πληροφοριών χωρίς να φέρουν επιγραφή. Σε αυτή την περίπτωση, τα αποτυπώµατα σφραγίδας θα ήταν το µέσο ταύτισης των συναλλασόµενων µε το ανάκτορο χρηστών ατόµων.31
 Ο υψηλός αριθµός σφραγιστικών «τύπων» που αντιπροσωπεύονται µόνο µια φορά στην Αποθήκη Οίνου (33) υποστηρίζει την υπόθεση ότι οι σφραγίδες ανήκαν σε παραγωγούς κρασιού ή, ενδεχοµένως, και άλλων αγροτικών προϊόντων παρά σε ανακτορικούς λειτουργούς.32 Η διαπίστωση ότι σε εννέα περιπτώσεις τα ίδια σφραγιστικά µέσα είχαν αποτυπωθεί σε δύο ή περισσότερα σφραγίσµατα του συνόλου υποδηλώνει πολλαπλές αποστολές από τους αντίστοιχους χρήστες.33 
 Αντιθέτως, η παρουσία των πέντε σφραγισµάτων 31Α-Ε, τα τρία από τα οποία είχαν χαραχθεί από διαφορετικούς γραφείς, υποδηλώνει τη δραστηριότητα ενός λειτουργού-κατόχου σφραγίδας, ο οποίος είχε παραλάβει κρασί από τουλάχιστον δύο παραγωγούς (me-ri-ti-jo και e-ti-wa-[no]) και είχε κατασκευάσει τα σφραγίσµατα που συνόδευσαν τα δοχεία τους. Όσον αφορά στον τύπο της συναλλαγής που αντιπροσώπευαν, ήταν πιθανότατα η άµεση φορολόγηση των αµπελιών από το ανάκτορο, αφού δεν φέρουν όρους σχετικούς µε συγκεκριµένες θεσµοθετηµένες συναλλαγές, όπως η o-pa ή η wo-ka.34



Γεωργία Στ. Φλούδα. "Η διαχείριση της συλλογής και της αποθήκευσης των αγαθών στις μυκηναϊκές ανακτορικές επικράτειες της Νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας

1. Hofstra 2001: 59 n.124.
2. PoN I, 342-349, fig.428, Palaima 1988: 159-162, fig.21, Palmer 1994: 159-160, Palmer 1996: 280. Οι ανασκαφείς απέδωσαν τον ιδιαίτερο προσανατολισµό της Αποθήκης Οίνου στην οικοδόµησή της παράλληλα µε το απότοµο βορειοδυτικό άκρο του λόφου.
3. Το σύνολο περιείχε επίσης λίγες κύλικες. Εξάλλου, δεν είναι σίγουρο κατά πόσον το κρασί ήταν το µόνο προϊόν που αποθηκευόταν στους πίθους, αφού δεν έχουν γίνει µέχρι σήµερα αναλύσεις του
περιεχοµένου
4. Palmer 1994: 165.
5. PoN I, 343. Μεγάλο τµήµα του έφερε πλακόστρωτο, σύµφωνα µε το ανασκαφικό ηµερολόγιο I της M.Rawson, 29-58, βλ.Palmer 1994: 144.
6. PoN I, 344.
7. Βλ.Palmer 1994: 145-146, Pl.II, κατά την οποία τµήµατα του νότιου, ανατολικού και βόρειου τοίχου του χώρου 105 είχαν καταρρεύσει κατά την καταστροφή του κτηρίου. Η ίδια εκτιµά ότι η συνολική χωρητικότητα των πίθων θα ανερχόταν σε 4.682,575 ή 6.293,325 λί 
8. PoN I, 344-346, figs.254-256. Περιείχε και θραύσµατα του κονιάµατος που θα κάλυπτε τους τοίχους. Το δάπεδο ήταν από κιτρινωπό καλά πατηµένο χώµα και είχε διατηρηθεί καλύτερα κοντά στην είσοδο του χώρου και ανάµεσα στις σειρές των πίθων, Palmer 1994: 145. Το ανατολικό άκρο του χώρου δεν περιείχε πίθους και το επίπεδο του δαπέδου ανέβαινε σε αυτό το σηµείο.
9. Για παράδειγµα, στο εσωτερικό του θυραίου ανοίγµατος υπήρχε συγκέντρωση σκευών που
περιελάµβανε τεράστιο λεκανόσχηµο πώµα, µεγάλη πρόχου, «τσαγιέρα» και τµήµα αµφο
10. Palaima 1988: 161-162.
11. Και οι δύο σειρές έφεραν δύο επιπλέον κοιλότητες στερέωσης πίθων. Αρκετοί πίθοι της κεντρικής σειράς είχαν σπάσει από ωµοπλίνθους που είχαν πέσει, βλ.Palmer 1994: 14
12. Βλ.Palmer 1994: 145-146
13. ∆έκα διάτρητες πήλινες µάζες ερµηνεύθηκαν από τους ανασκαφείς ως βάρη που είχαν ψηθεί από τη φωτιά, βλ. PoN I, 345.
14. Flouda 2000: 220 Table 6, 232. Πολύ περισσότερα θραύσµατα δεν δηµοσιεύθηκαν λόγω της
αποσπασµατικότητάς τους, βλ.Palmer 1994: 147, η οποία παραπέµπει στο ηµερολόγιο II του D.French.
15. Βλ.Pini (ed.) 1997: 101-105 Tabelle 4. Προτιµάται η καθιερωµένη πλέον τυπολογία του CMS, αφού η κατάταξη των σφραγισµάτων σε τέσσερις οµάδες από την Palmer 1994: 147-150 βασίσθηκε σε διάφορα µορφολογικά κριτήρια και δεν ανταποκρίνεται στη λειτουργία τους. Μεταξύ τους υπήρχε και ανεπίγραφος βώλος πηλού που δεν έφερε αποτύπωµα σφραγίδας ούτε οπή για σχοινί, βλ.Palmer 1994: 147 n.14, cat.nr.43, S33. ∆εν αποκλείεται να µην είχαν προλάβει να αποτυπώσουν σε αυτόν κάποια σφραγίδα ή να χαράξουν κάποια επιγραφή.
16. Blegen and Rawson 1966: 343.
17. Palmer 1994: 156.
18. Ένα ακόµα κρεµαστό σφράγισµα, το Kat.Nr.14C, έφερε το ίδιο αποτύπωµα µε τα δύο πρώτα, αλλά η ακριβής θέση ανεύρεσής του είναι άγνωστη. 
19. Palmer 1994: 159. Η υπόθεση του Palaima 1984: 38 για την αποθήκευση λαδιού θα µπορούσε να επαληθευθεί µέσω της ανάλυσης των οργανικών καταλοίπων του προερχόµενου από τον χώρο 105 ψευδόστοµου αµφορέα.
20. Βλ.Palmer 1994: 150-156, Pl.II και πρβ.Olivier 1997: 76.
21. Palmer 1994: 156-157.
22. Palaima 1988: 75-77, 129, 218, Shelmerdine 1999: 565 n.76.
23. Η Palmer 1994: 150-155 είχε κατατάξει τα τέσσερα noduli στον δικό της τύπο σφραγισµάτων IV. Από τη συγκεκριµένη οµάδα προέρχονταν κατά πάσα πιθανότητα και τα τρία θραύσµατα του κρεµαστού σφραγίσµατος Kat.Nr.48 που φέρουν τον ίδιο σφραγιστικό «τύπο» και αποτύπωµα ταινίας. Τα σφραγίσµατα αυτής της οµάδας περιλαµβάνουν και τον βώλο πηλού που δεν φέρει αποτύπωµα ούτε οπή για σχοινί.
24. Palmer 1996: 281.
25. Palmer 1994: 157.
26. Flouda 2000: 233.
27. Βλ.DicMic I, 258 s.v. e-ti-wa-[440-441s.v.me-ri-ti-jo. Πρβ.Palmer 1996:275,280,Olivier1997: 77.
28. Palmer 1994: 162. ∆εν αποκλείεται ο χρήστης της σφραγίδας να ήταν ένας από τους γραφείς. 
29. Palmer 1994: 159. 
30. Palmer 1994: 157.
31. Palaima 1987a: 258-260.
32. Palmer 1994: 160 n.65. Η Palmer 1994: 165 n.80 επισηµαίνει ότι αν τα ανεπίγραφα σφραγίσµατα είχαν επίσης συνοδεύσει ασκούς µε κρασί, θα είχαν πιεσθεί πάνω στα σχοινιά τους.
33. Palmer 1996: 281, Table 17.1.
34. Palmer 1994: 163-164. Πρβ. την υπόθεση της Κόπακα 2002: 34 σχετικά µε τον άµεσο εφοδιασµό των µινωικών ανακτόρων µε κρασί που παραγόταν στην αγροτική περιφέρεια.