.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Αρχαία Φιγαλεία: Οι ανασκαφές 1996- 1998


Οι ανασκαφές του 1996

Το θέρος του 1996 συνεχίσθηκε για δεύτερη χρονιά η ανασκαφή στην αρχαία Φιγάλεια1, που είχε ξεκινήσει τον προηγούμενο χρόνο με την αποκάλυψη ενός ναϊκού οικοδομήματος, του χαρακτηριστικού τύπου των μικρών αρκαδικών ιερών της κλασικής εποχής2.
Όπως είναι γνωστό, η αρχαία Φιγάλεια υπήρξε μία από τις σημαντικότερες αρκαδικές πόλεις, στην πολιτική χώρα της οποίας ανήκε ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα. Την πόλη περιέβαλλε ισχυρό τείχος μήκους περίπου 4χλμ., που σώζεται ακόμη και σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση και σε αρκετό ύψος. Ο Παυσανίας (VIIII, 39-41) αναφέρει στη Φιγάλεια την ύπαρξη ιερών της Αρτέμιδος Σωτείρας, του Διονύσου Ακρατοφόρου και της Ευρυνόμης, καθώς Γυμνασίου και Αγοράς με τα αγάλματα του Ερμή και του Ολυμπιονίκη Αρραχίωνα3.
Ο χώρος της αρχαίας Φιγάλειας δεν έχει μέχρι σήμερα ανασκαφεί συστηματικά, εκτός από την ανασκαφή της αρχαίας κρήνης (τέλος -4ου, αρχές -3ου αι.), που έγινε το 1927 από τον Α. Ορλάνδο4 και από τις σποραδικές σωστικού χαρακτήρα βραχύχρονες ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ολυμπίας. Ομως τα ερείπια της αρχαίας πόλης, πάνω στην οποία έχει κτισθεί το σημερινό χωριό «Παύλιτσα», δηλώνουν παντού την παρουσία τους: στους δρόμους, στα χωράφια, στο υλικό των πέτρινων τοίχων και στις αυλές των σπιτιών.
Η θέση «Κουρδουμπούλι», όπου αποκαλύφθηκε ο ναός, είναι πολύ χαρακτηριστική και ορατή από μακριά για τον ταξιδιώτη, που αναχωρώντας από τον ναό του Επικούριου Απόλλωνα κατευθύνεται προς τη Φιγάλεια. Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο πλάτωμα στην κορυφή ενός χαμηλού λοφίσκου, που υψώνεται στο δυτικό άκρο του σύγχρονου χωριού, νότια της αρχαίας Αγοράς5.



Ο ναός καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του πλατώματος, κτισμένος σε μικρή απόσταση από τον βραχώδη όγκο της κορυφής του λοφίσκου, που ορθώνεται λίγο νοτιότερα. Η κατεύθυνσή του είναι από Α- Δ, με είσοδο προς τα ανατολικά, όπου σώζεται το κατώφλι στη θέση του, με άνοιγμα πλάτους 1.80μ., διατηρημένο σε πολύ καλή κατάσταση (εικ.1- 2, πίν.46α- β).
 Είναι κτισμένος από μεγάλους ορθογώνιους λιθόπλινθους, σε ακανόνιστο ισόδομο σύστημα και σώζεται σε μέγιστο ύψος τριών ισούψων στρώσεων (ύψος 1.50μ. κατά μέσον όρο) (πίν. 47α). Οι διαστάσεις του είναι: σωζ. μηκος 15,70μ. και πλάτος 7,70μ., αποτελείται δε από μικρό πρόναο (διαστ.: 2.85Χ 5.80μ.) και από επιμήκη σηκό (διαστ.: 8.80X 5.80μ.), στον οποίο εισέρχεται κανείς αφού περάσει ένα μονόλιθο μνημειώδες κατώφλι (διαστ.: 4Χ 1.30μ.), όπου διακρίνονται οι χαρακτηριστικές εγκοπές για τη στερέωση των ξύλινων παραστάδων της θύρας6.



Ο δυτικός τοίχος του σηκού έχει ολοκληρωτικά καταστραφεί, στη θέση του δε κτίσθηκε πολύ αργότερα, ίσως στους υστεροβυζαντινούς χρόνους, φαρδύς λιθόκτιστος τοίχος, πάχους 1μ., στον οποίο εντοιχίσθηκαν αρχαίοι λίθοι και πολλά τεμάχια επιγραφών. Κατά πάσα πιθανότητα στους ίδιους χρόνους στρώθηκε το δάπεδο του σηκού με τετράγωνες πήλινες πλάκες, μεγάλο μέρος των οποίων διατηρήθηκε στο ανατολικό τμήμα του (μέγιστο πλάτος 5.80μ. και μέγιστο σωζ. μήκος 3.50μ.) (πίν.47β).



Στο βάθος του σηκού βρέθηκε στη θέση του λίθινο κυβικό βάθρο (1.70Χ 1.64μ. και ύψους 0.60μ.), που αποτελείται από βάση και κορμό, στην πάνω επιφάνεια του οποίου υπάρχει μεγάλος ορθογώνιος τόρμος για την τοποθέτηση του λατρευτικού αγάλματος. Εμπρός από το βάθρο βρισκόταν η τράπεζα προσφορών, αποτελούμενη από δύο κάθετες πλάκες (Λ1168- 9) που κατέληγαν σε πόδια λιονταριών (διαστ.: 0.82Χ 0,94 και πάχος 0.10- 0.12μ.)7 (εικ.3). Οι πλάκες στηρίζονταν με μολύβδινους συνδέσμους σε ορθογώνιες λίθινες βάσεις τοποθετημένες στο έδαφος (πίν.47β). Ολο το δάπεδο γύρω από την τράπεζα προσφορών και σε μεγαλύτερη έκταση μπροστά από το βάθρο καλυπτόταν από παχύ στρώμα στάχτης μέσα από το οποίο συλλέχθηκαν λίγα δυσδιάγνωστα όστρακα καμένα από την πυρκαγιά, που προφανώς είχαν ανάψει εκεί.



Δεξιά του βάθρου βρέθηκαν άτακτα ριγμένες οι βάσεις τριών άγαλμάτων, το ένα από τα οποία ήταν χάλκινο (πίν. 48α). Στη βάση του χάλκινου αγάλματος (Λ1204) είναι χαραγμένη αναθηματική επιγραφή σε αρκαδική διάλεκτο:
KAΛΛIKPATEA
APKIΛAΥ AΘANAI
ΔI ΣΩTHPI EΥAΓO...
EI....ΩA.N.ΓHI


Σύμφωνα με τη μεταγραφή και την ερμηνεία της επιγραφής κάποιος Ευαγόρας αφιέρωσε στην Αθηνά και τον Δία Σωτήρα το χάλκινο άγαλμα του Καλλικράτη είναι δυνατόν λοιπόν να συμπεράνουμε ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά και τον Δία Σωτήρα, τα αγάλματα των οποίων έφερε το μεγάλο βάθρο του σηκού. Κάτω από τη μία βάση στα δεξιά του βάθρου, βρέθηκε μαρμάρινο κεφάλι νεαρού άνδρα (Λ1153) (πίν.48γ) του τέλους της κλασικής εποχής, σε μέγεθος λίγο μικρότερο από το φυσικό, με ταινία στα μαλλιά και ορθογώνια μολυβδοχοημένη όπη τόρμου στο κάτω μέρος του λαιμού. Κοντά του υπήρχε μαρμάρινη σφαίρα (Λ1154) με συμφυή δάκτυλα του δεξιού χεριού γυναίκας ή παιδιού, που την κρατεί (πίν.46β).



Από την επίχωση του σηκού αλλά και από τη διάλυση του σύγχρονου μανδρότοιχου, που διερχόταν εγκάρσια πάνω από το δυτικό τμήμα του σηκού, συλλέχθηκαν πολλά θραύσματα επιγραφών, που χρονολογικά εκτείνονται από τον -4ο έως τον -1ο αι.8 Μεταξύ των 20 ενεπίγραφων τμημάτων τα οποία συγκεντρώθηκαν, περιλαμβάνονται 4 προξενικά ψηφίσματα, 7 κατάλογοι, 1 αναθηματική επιγραφή και μία συνθήκη, στην οποία αναφέρεται το όνομα των Λεπρεατών, των Ηλείων γειτόνων της Φιγάλειας. Στους προξενικούς καταλόγους αναφέρονται τα ονόματα προξένων από τη Μεγαλόπολη, το Βυζάντιο, την Κεφαλληνια, την Αχαΐα και την Έφεσο, γεγονός το οποίο σημαίνει οτι το ιερό είχε επί πλέον μεγάλη πολιτική σημασία για την πόλη των Φιγαλέων.
Η ίδρυση των επιγραφών θα πρέπει να γινόταν και εξωτερικά του ναού, στην πρόσοψη του οποίου βρέθηκε μεγάλο λίθινο βάθρο αριστερά της εισόδου. Το βάθρο έφερε δύο τόρμους, έναν επιμήκη και έναν τετράγωνο, για την ένθεση αντίστοιχων στηλών (πίν.46α).
Από την επίχωση στο εσωτερικό του ναού συλλέχθηκαν επίσης πολλά τμήματα βάθρων για την ίδρυση στηλών, ενώ αντίθετα ελάχιστη και πολύ αποσπασματική υπήρξε η κεραμεική και ανύπαρκτα τα μικροευρήματα9. Φαίνεται πάντως ότι το μνημείο ανήκει στον -4ο αι., μετασκευάσθηκε δε και χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα ώς κατοικία στους υστεροβυζαντινούς χρόνους.
Όμως τα διάσπαρτα πώρινα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως ένα δωρικό κιονόκρανο, δύο τμήματα ραβδωτών κιόνων και πολλά θραύσματα επιστυλίου, που βρέθηκαν κυρίως στον σηκό (πίν.476), καθώς και το τμήμα του τοίχου από πωρόλιθους που έχει ενσωματωθεί στη νοτιοδυτική γωνία του ναού πίσω από το βάθρο των λατρευτικών αγαλμάτων (πίν.49α) μαρτυρούν και άλλη παλαιότερη οικοδομική φάση του.
Κατά τη διάρκεια της ανασκαφικής έρευνας σε μεγαλύτερο βάθος μέσα στον σηκό αποκαλύφθηκαν εκατέρωθεν του βάθρου των λατρευτικών αγαλμάτων δύο παλαιότεροι λιθόκτιστοι τοίχοι από άργους λίθους χωρίς συνδετικό υλικό, πάχους 0,50μ., που κατευθύνονται παράλληλα προς τους εξωτερικους μακρούς τοίχους του ναού, σε απόσταση περίπου 0,50μ. από αυτούς (πίν.49β).
Οι δύο παράλληλοι τοίχοι αποκαλύφθηκαν σε μήκος 3μ. ενώ ο μεταξύ τους χώρος έχει εύρος 2.80μ. Τα άκρα τους δεν έχουν ακόμη εντοπισθεί δεδομένου ότι προχωρούν προς τα ανατολικά κάτω από το μεταγενέστερο πλακόστρωτο δάπεδο, ενώ προς τα δυτικά καλύπτονται από τον εγκάρσιο υστεροβυζαντινό τοίχο. Πιθανότατα το κτίριο αυτό να αποτελεί το πρωταρχικό ιερό, το οποίο στη συνέχεια επεκτάθηκε και μετασκευάσθηκε έως ότου έλαβε την τελική μορφή του στον -4ο αι.



Η συνέχιση της λεπτομερέστερης έρευνας στο εσωτερικό του ναού αναμένεται ότι θα δώσει περισσότερα στοιχεία για τον σαφέστερο προσδιορισμό των οικοδομικών φάσεων του ιερού.
Η ανασκαφή στον χώρο πρό της εισόδου του ναού, όπου διαμορφώνεται ένα σχετικά ομαλό ευρύ πλάτωμα, αποκάλυψε τα λείψανα λιθόστρωτου δαπέδου ακριβώς μπροστά στην είσοδο του προνάου (πίν.46α). Στον υπόλοιπο χώρο υπήρχε παχιά επίχωση καστανομέλανου χώματος, που κάλυπτε το φυσικό βραχώδες έδαφος, εξομαλύνοντάς το. Το καστανομέλανο χώμα, που φαίνεται ότι είχε υποστεί την επίδραση φωτιάς, είτε είχε απορριφθεί από το εσωτερικό του ναού, σε κάποια από τις οικοδομικές φάσεις του, είτε περιέβαλε τον βωμό του ιερού που πιθανότατα βρισκόταν στον προ του ναού χώρο. Την άποψη αυτή ενισχύει το γεγονός ότι μέσα από τα χώματα αύτα συλλέχθηκε πληθος αναθημάτων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν πολλά χαλκά, σιδηρά και μολύβδινα αντικείμενα.
Από τα χαλκά εκτός από τα τμήματα ελασμάτων και ταινιών με έκτυπη διακόσμηση κοκκίδων και πλοχμών, τις χάλκινες περόνες (πίν.50α), τους κρίκους και τις ασπιδίσκες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει έλασμα με την απεικόνιση της θεάς Αθηνάς (Μ1535) (πίν.50γ), τμήμα λιονταριού από λαβή χάλκινου αγγείου (Μ1537) (πίν.50β) και χάλκινο φίδι σε άριστη διατήρηση (M1529)10 (πίν.51α).



Βρέθηκαν επίσης πολλοί μικροί μολύβδινοι στέφανοι με τις ακτινωτες απολήξεις στην περιφέρειά τους καθώς και τα σιδηρά εξαρτήματα σκευών ή εργαλείων. Επιβεβαίωση για την παλαιότητα της λατρείας της Αθηνάς στον χώρο αυτόν αποτελεί χάλκινο έλασμα (M1599) με αρχαική αναθηματική επιγραφή στη θεά Αθηνά (πίν.51β.), το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα. Πλούσια ήταν επίσης και τα πήλινα αναθήματα, όπως πολλά μικρογραφικά αγγεία, πηνία και αγνύθες.
Μεγάλος υπήρξε και ο αριθμός των ειδωλίων διαφόρων ειδών, όπως προτομες γυναικών (πίν.51γ), τεμάχια από ειδώλια σφιγγών, ομοιώματα ζώων κλπ. Ανάμεσα στα ειδώλια εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τρία πρώιμα, σχηματοποιημένα (Π6909-11), με τα χέρια υψωμένα στη γνωστη λατρευτική κίνηση. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ο μεγάλος αριθμός των μικροσκοπικών ομοιωμάτων λέμβων που φαίνεται ότι υπήρξαν προσφιλές ανάθημα στο ιερό (πίν.52). Η παρουσία των ειδωλίων πλοιαρίων σ' αυτό το ορεινό ιερό θα μπορούσε ίσως να ερμηνευθεί από την πληροφορία του Παυσανία (VIII, 41, 3), ότι ο ποταμός Νέδας, που ρέει ακόμα στους πρόποδες του λόφου του ναού της Αθηνάς, ήταν στην αρχαιότητα πλωτός από μικρά πλοιάρια. Αλλωστε πρόσφατες έρευνες στις όχθες του κάτω ρου του Νέδα, έχουν βεβαιώσει την ύπαρξη νεωσοίκων και αγκυροβολίων, εκεί όπου ή κοίτη του ποταμού πλησιάζει στην αρχαία Φιγάλεια.11



Από τα ελάχιστα νομίσματα που συλλέχθηκαν, μόνο τρία (δύο Μεσσήνης (N883-4) και ένα Αρκάδων (N882) σώζονται σε αρκετά καλή κατάσταση και χρονολογούνται στα μέσα του -4ου με αρχές του -3ου αι.
Μικρή δοκιμαστική τομή, που είχε ανοιχθεί πέρυσι στην εξωτερική βορειοανατολική γωνία του ναού προκειμένου να έλεγχθεί η υποθεμελίωση του βόρειου τοίχου, έδωσε πλήθος προϊστορικών οστράκων, κυρίως της ύστερης ME περιόδου, σε μικρό βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Με βάση αυτό το δεδομένο, ανοίχθηκε φέτος τομή διαστάσεων 5Χ 5μ., σε μικρή απόσταση βόρεια του ναού, στο επίπεδο πλάτωμα του λόφου. Σε μικρό βάθος από την επιφάνεια του εδάφους, αποκαλύφθηκε πλέγμα τοίχων οικοδομικού συγκροτήματος προϊστορικών χρόνων, στο οποίο διακρίνονται ήδη δύο οικοδομικές φάσεις. Το πλήθος των όστράκων το οποίο προέκυψε από την τομή αυτή, καθώς και ένας σχεδόν ακέραιος πίθος (Π6969), που βρέθηκε στη θέση του, χρονολογούν τα οικιστικά κατάλοιπα στους τελευταίους ΜΕ χρόνους.
Είναι φανερό ότι ο προϊστορικός οικισμός καταλαμβάνει όλο το πλάτωμα του λόφου και επεκτείνεται και κάτω από τον ναό, δεδομένου ότι κατά την λεπτομερή έρευνα του χώρου μπροστά από την είσοδο του ιερού, εντοπίσθηκαν λείψανα προϊστορικών τοίχων, που κατευθύνονται από Α- Δ και προχωρούν κάτω από τα θεμέλιά του.



 Οι ανασκαφές του 1997


Κατά τη διάρκεια της φετινής ανασκαφής στη Φιγάλεια, διερευνήθηκε διεξοδικά το εσωτερικό του ναού της Αθηνάς και του Διός Σωτήρος, καθώς και ο ευρύτερος χώρος που περιβάλλει το ιερό στον λόφο «Κουρδουμπούλι».12
Στη δυτική στενή πλευρά του σηκού αποξηλώθηκε ο μεταγενέστερος τοίχος ύστεροβυζαντινών χρόνων, που είχε κτιστεί εσωτερικά και σε επαφή με τον αρχαίο τοίχο, του οποίου αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια, κατασκευασμένα από μεγάλους πλακοειδείς ακανόνιστους λίθους, χωρίς συνδετικό υλικό. Το μέγιστο πλάτος της θεμελίωσης του αρχαίου τοίχου είναι 1.10μ. ενώ το ύψος 0.65- 0.74μ. (πίν.66α).


Τα δύο άκρα του μεταγενέστερου τοίχου κατέληγαν στους δύο μακρούς τοίχους του ναού, χωρίς να ενσωματώνονται σε αυτούς. Για τη θεμελίωση του ύστεροβυζαντινου τοίχου είχε ανοιχθεί μία τάφρος, πλάτους 0.85μ., η οποία κατέστρεψε τα δυτικά άκρα των προγενέστερων τοίχων α και β, που υπήρχαν εκατέρωθεν του λατρευτικού βάθρου του αγάλματος. Στο ανατολικό τους άκρο οι δύο αυτοί τοίχοι τέμνονται από εγκάρσιο τοίχο γ, του οποίου σώζεται μικρό τμήμα (μέγιστες σωζόμενες διαστάσεις: μήκ. 0.76μ. και πλάτος 0,75μ.).
Από την αποξήλωση του ύστεροβυζαντινου τοίχου συλλέχθηκαν δέκα τμήματα ενεπίγραφων στηλών (Λ1237- 45 και Λ1251), τμήματα αρχιτεκτονικών μελών (Λ1246-50 και Λ1261) και μία βάση στήλης, με επιμήκη τόρμο (Λ1252), που είχαν όλα χρησιμοποιηθεί ώς οικοδομικό υλικό για την κατασκευή του. Οι περισσότερες επιγραφές είναι προξενικές, υπάρχουν όμως και αναθηματικές καθώς και τιμητικά ψηφίσματα, η χρονολόγησή τους δε εκτείνεται από τον -4ο έως τον -1ο αι.13 Σε μία από τις προξενικές επιγραφές αναφέρεται το Κοινό των Λακεδαιμονίων, γεγονός το οποίο την χρονολογεί με ασφάλεια στις αρχές του -2ου αι., ενώ σε μία άλλη τιμάται ένας Αλιφειρεύς. Τα στοιχεία αυτά μαζί με εκείνα που μας έδωσαν οι επιγραφές του περασμένου χρόνου, επιβεβαιώνουν τη μεγάλη σημασία του ιερου για την αρχαία Φιγάλεια.


Σε όλο το πλάτος της βόρειας και της νότιας πλευρας του προνάου ανοίχτηκαν δύο τομες αντίστοιχα, οι οποίες σε μικρό βάθος από την υπάρχουσα επιφάνεια του δαπέδου (περίπου 0.20μ.), έφεραν στο φώς λείψανα κτισμάτων προϊστορικών χρόνων με ανάλογη κεραμεική, ενώ σε αρκετά σημεία αποκαλύφθηκε ο φυσικός βράχος του λόφου.
Εξωτερικά του νότιου τοίχου του ναού συνεχίστηκε σε μεγάλη έκταση ή αφαίρεση της επίχωσης και η αποκάλυψη της βραχώδους πλαγιάς της κορυφής του λοφίσκου (πίν, 66β).
Το ύψος της επίχωσης φθάνει το 1.50μ. και αποτελείται από τρία στρώματα. Το ανώτερο, το επιφανειακό, είναι καστανό σκούρο, χωρίς όστρακα ή άλλα ευρήματα και σχηματίσθηκε από φυσικές αποθέσεις μετά την εγκατάλειψη του ναού14. Το δεύτερο στρώμα αποτελείται από ανοιχτό καστανό χώμα, που περιέχει μεγάλο αριθμό θραυσμάτων κεραμίδων από την κεράμωση της στέγης και λατύπη από την επεξεργασία των δόμων του ναού. Τα τμήματα αυτά των κεραμίδων προέρχονται από την καταστροφή του ναού και ανάμεσά τους βρέθηκαν αρκετές, που έφεραν τη σφραγίδα: δαμόσιον ή δάμος Φιαλέων.
 Το κατώτερο στρώμα υπήρξε συμπαγές καστανέρυθρο, με μεγάλο αριθμό ευρημάτων, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι ανήκε στην περίοδο λειτουργίας του ναού.
Κάτω από την επίχωση αποκαλύφθηκε ο φυσικός βράχος, ο οποίος έχει τεχνητά εξομαλυνθεί ώστε να σχηματίζει ένα αρκετά πλατύ (μέγιστο πλάτος 1.60μ.) και επίπεδο άνδηρο νοτίως του ναού. Σε ένα σημείο αριστερα της σχισμής του εδάφους, που αρχικά είχε θεωρηθεί ως σπήλαιο, ο βράχος είναι με τέτοιο τρόπο λαξευμένος, ώστε να σχηματίζει ένα στενό έδρανο (μήκους 2.80μ., πλάτους 0.30- 0.55μ. και ύψους 0,65μ.), στο οποίο τοποθετούσαν οι πιστοι τα αναθήματά τους.
Πράγματι, πάνω σε αυτό βρέθηκε μία ακέραιη χάλκινη περόνη αρχαικών χρόνων15, αφιερωμένη στην Αθηνά, όπως φανερώνει η επιγραφή16 που είναι χαραγμένη στο επάνω μέρος της (εικ.1, πίν.67α):


 Η επιγραφή βάσει του σχήματος των γραμμάτων χρονολογείται στα τέλη του -6ου αι. Ο χαράκτης παρέλειψε το τελικό Ν. Τάθαναίαι πρόκειται περί κράσεως (Τάι Αθαναίαι). Αρδις, -ιος, (η), είναι η αιχμή του βέλους, LSJ9. Ο Ησύχιος, α7101, παρέχει το εξής λήμμα: άρδις ακίς, Αισχύλος Προμηθεί δεσμώτη (στίχι 879). Στη δημοσιευόμενη επιγραφή ή λέξη δηλώνει το συγκεκριμένο ανάθημα προς την Αθηνά. Είναι ενδιαφέρον ότι από το χαρακτηριστικό του, την οξεία απόληξη, όνομάζεται κατά συνεκδοχήν (αντί του όλου το μέρος) ολόκληρο το αντικείμενο, πρβ. ΣΟΦ., Οιδ. Τύρ. 1515, άλλ' ίθι στέγης έσω. Φαίνεται ότι τουλάχιστον στην ηλειακή διάλεκτο η (λαϊκής) ονομασία του αντικειμένου ήταν άρδις.
Κάτω από το έδρανο και κυρίως μπροστά στη σχισμή του βράχου βρέθηκε ομάδα πολλών πήλινων γυναικείων προτομών, σχεδόν πακτωμένων στο έδαφος, γεγονός που φανερώνει ότι στο σημείο εκείνο έτελείτο κάποια ιεροτελεστία, προς τιμήν μιας γυναικείας θεότητας, προφανώς της Αθηνάς (πίν.67β).


Η έρευνα που έγινε στη σχισμή του βράχου απέδειξε ότι αυτή προχωρεί σε μεγάλο βάθος στο έδαφος σχηματίζοντας ένα φυσικό χάσμα, ενώ επεκτείνετα κατά μήκος προς τα βόρεια, κάτω από τον νότιο τοίχο του ναού, εισχωρώντας κάτω από το πλακόστρωτο δάπεδο του σηκού. Οι διαστάσεις της σχισμής, όπου στάθηκε δυνατό να καταμετρηθούν, είναι περίπου: μήκος 2μ., πλάτος 0.50μ. και βάθος 3.40μ.
Η ανασκαφή στη βραχώδη πλευρά του λοφίσκου νοτίως του ναού δεν τελείωσε, αναμένεται δε ότι η ολοκλήρωσή της θα δώσει και νέα στοιχεία για τη μορφολογία του εδάφους στον χώρο αυτόν κατά την αρχαιότητα.
Συμπληρώθηκε φέτος ή αφαίρεση της επίχωσης στην εξωτερική νοτιοανατολική γωνία του ναού, η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί τον περασμένο χρόνο. Αν και το πάχος του χώματος πάνω από τον φυσικό βράχο ήταν μικρό, τα ευρήματα υπήρξαν πλούσια και χαρακτηριστικά της λατρείας: τμήματα χάλκινων ελασμάτων, δαχτυλίδια, ενώτια, πόρπες, θραύσματα ή εξαρτήματα χάλκινων σκευών, ένα λεπτό χάλκινο φίδι και ένα περίτμητο χάλκινο έλασμα με την παράσταση της θεάς Αθηνάς. Βρέθηκαν επίσης αιχμές βελών, το πόδι μικρού χάλκινου λιονταριού, ένα έλασμα με έκτυπη απεικόνιση ταύρου (πίν.67γ), μεγάλος αριθμός μολύβδινων ακτινωτών δακτυλίων καθώς και πολλά σιδηρά αντικείμενα, που προέρχονται από εργαλεία ή τμήματα σκευών (πίν.68α). Μεταξύ αυτών υπήρξε και αρκετή ποσότητα ακατέργαστης μάζας σιδήρου, η οποία προκαλεί ερωτηματικά για τον λόγο της ύπαρξής της στον χώρο του ιερού.
Τα ευρήματα από πηλό ήταν παρόμοια με αυτά της περυσινής ανασκαφής: πηνία (πίν.68β), αγνύθες, μικροσκοπικά αναθηματικά αγγεία και μικρότατες λέμβοι, καθώς και τμήματα περίτμητων πλακιδίων σφιγγών.
Αναγνωριστική έρευνα με δοκιμαστικές τομες έγινε επίσης στον επίπεδο χώρο που επεκτείνεται βορείως του ναού (πίν.66α, 68γ). Ανοίχτηκαν συνολικά πέντε τομες διαστάσεων 5Χ 7μ., στις οποίες ή ανασκαφή περιορίστηκε στην αφαίρεση του επιφανειακού σρώματος, πάχους 0.20- 0.40μ. κατά μέσον όρο, μέχρι την αποκάλυψη των πρώτων οικοδομικών λειψάνων17.
Η άφθονη και χαρακτηριστική κεραμεική που προήλθε από την ανασκαφή, επιτρέπει τον καθορισμό δύο χρονολογικών φάσεων των αποκαλυφθέντων κτιρίων: η μία ανήκει στους μεσοελλαδικούς χρόνους (εγχάρακτη, «αδριατική» κεραμεική) (πίν.67δ) ενώ η άλλη στους πρώιμους υστεροελλαδικούς χρόνους. Βρέθηκαν επίσης πολλά πήλινα και λίθινα σφονδύλια, λεπίδες οψιανού και πυριτολίθου και μεγάλος αριθμός λίθινων εργαλείων.


Στην τομη Ι, που είχε ήδη ανοιχθεί τον περασμένο χρόνο, οι τοίχοι 1 και 3 ανήκουν στην πρώτη φάση κατοίκησης του οικισμού, ενώ ο τοίχος 2, κατασκευασμένος από μεγαλύτερους λίθους και με διαφορετική τοιχοδομία, είναι μεταγενέστερος, αφού κτίστηκε πάνω στον τοίχο 1 τον οποίο σε ένα σημείο υπερκαλύπτει. Ο τοίχος 3 επεκτείνεται προς Ν εντός της τομής ΙΙΙ, ενώ στην τομή IV αποκαλύφθηκε ένας ελαφρά καμπύλος τοίχος 7 και πλησίον του ο ιδιαίτερα πλατύς τοίχος 8, που κατευθύνεται από Α-Δ.
Στη ΝΔ γωνία της τομής V αποκαλύφθηκε σχεδόν επιφανειακά τμήμα κτίσματος οι δύο τοίχοι του οποίου σχηματίζουν ορθή γωνία. Μέσα στον βόρειο από τους δύο τοίχους αποκαλύφθηκε ταφή βρέφους μυκηναικών χρόνων στην οποία είχε τοποθετηθεί ως κτέρισμα πιθαμφορίσκος, που διατηρήθηκε ακέραιος. Ο τάφος αυτός δεν καταστράφηκε από τους κατασκευαστές του μεταγενέστερου ναού των κλασικών χρόνων, αν και θα πρέπει να ήταν ακόμη τότε ορατός.
Αναμένεται ότι η επέκταση της έρευνας του προϊστορικού οικισμού στον λόφο «Κουρδουμπούλι» και η διερεύνηση του χώρου σε βάθος θα δώσει πολλά και πολύτιμα στοιχεία για την προϊστορική κατοίκηση της Φιγάλειας, η οποία είναι παντελώς άγνωστη.

Η ανασκαφή του 1998

Αυτή τη χρονιά η ανασκαφή στον ναό της Αθηνάς και του Διός Σωτήρος στη Φιγάλεια περιορίστηκε σε επιμέρους έρευνες, που είχαν ώς σκοπό την επίλυση ορισμένων προβλημάτων σχετικών με τις προηγούμενες οικοδομικές φάσεις του κτιρίου.
Στη βορειοανατολική γωνία του σηκού, κάτω από το πλακόστρωτο δάπεδο, το οποίο στο σημείο εκείνο είναι κατεστραμμένο, διανοίχτηκε δοκιμαστική τομή (διαστ. 2.10X 1.60μ.) Μετά την αφαίρεση χώματος πάχους μόλις 10-15 εκ., αποκαλύφθηκε άλλο δάπεδο, κατασκευασμένο από μικρού μεγέθους ακανόνιστους λίθους, χαλαρά συνδεδεμένους με χώμα (πίν.71α). Το δάπεδο αυτό ανήκει πιθανότατα στην πρώτη, την αρχαικής φάση του ναού και είναι σύγχρονο με τους αρχαιότερους τοίχους του κτιρίου, που αποκαλύφθηκαν εκατέρωθεν του βάθρου του λατρευτικού αγάλματος. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί και το βάθος στο οποίο αποκαλύφθηκε το δάπεδο και οι τοίχοι, που κυμαίνεται από 0.73- 0.74μ.18 
Μία δεύτερη τομή διανοίχτηκε στο πίσω μέρος του βάθρου του λατρευτικού αγάλματος, όπου κάτω από αυτό, σε βάθος 0.94μ. αποκαλύφθηκε τοίχος από αργολιθοδομή, σε πολύ κακή κατάστση διατήρησης, με κατεύθυνση από Α- Δ (πίν.71β). Η κεραμεική που συλλέχθηκε γύρω από τον τοίχο τον χρονολογεί στους μεσοελλαδικούς χρόνους και πιθανότατα ήταν σύγχρονος με τα πυκνά λείψανα των προϊστορικών κτισμάτων, που έχουν αποκαλυφθεί στο πλάτωμα βορείως του ναού.


 Η έρευνα σε βάθος 2μ. εντός του προϊστορικού κτίσματος, που εφάπτεται στη βόρεια πλευρά του ναού, αποκάλυψε αλλεπάλληλα στρώματα κατοίκησης, με άφθονη χαρακτηριστική κεραμεική, που φθάνουν έως τους υπονεολιθικους χρόνους (πίν.72α).
Νοτίως του ναού, η αφαίρεση της συσσωρευμένης επίχωσης ύψους 1.50μ., αποκάλυψε τον διαμορφωμένο και λαξευμένο φυσικό βράχο πλάτους 2μ. περίπου, που περιέτρεχε όλο το μήκος της νότιας πλευράς του, δημιουργώντας ένα σχετικά ευρύχωρο πλάτωμα. Ελάχιστη ήταν η κεραμεική μετά την αφαίρεση της επίχωσης, κυρίως κλασικών χρόνων, ενώ συλλέχθηκε μεγάλος αριθμός κεραμίδων από τη στέγη του ναού, που είχαν σχηματίσει ένα καλά διακρινόμενο στρώμα καταστροφής. Ανάμεσά τους βρέθηκαν πολλά ένσφράγιστα τμήματα καθώς και μία κεραμίδα, συγκολλημένη από τρία τεμάχια, στην οποία σώζεται ακέραιη η επιγραφή: ΦΙΓΑΛΕΩΝ ΔΑΜΟΣΙΟΣ.


 Λεπτομερής καθαρισμός έγινε στο πλάτωμα προ της εισόδου του ναού, όπου καθορίστηκε με ακρίβεια ή έκταση του λιθόστρωτου δαπέδου και αφαιρέθηκαν και τα τελευταία υπολείμματα στάχτης και πυρακτωμένων χωμάτων πάνω από τον φυσικό βράχο. Συλλέχθηκαν λίγα όστρακα και μικρά τεμάχια χαλκών ελασμάτων.
Στον χαμηλό λόφο, που σχηματίζεται στο βόρειο άκρο του πλατώματος του ναού, έγινε σύντομη ανασκαφική έρευνα, με τη διάνοιξη δύο δοκιμαστικών τομών (διαστ. 5Χ 5μ.). Μετά την αφαίρεση του επιφανειακού χώματος, πάχους περίπου 30εκ. εμφανίστηκε το φυσικό, κοκκινωπό, σκληρό χώμα της περιοχής. Συλλέχθηκαν αρκετά τμήματα κεραμίδων κλασικών χρόνων, αλλά καθόλου λεπτή κεραμεική.
Η ανασκαφική έρευνα του ναού και του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, ουσιαστικά ολοκληρώθηκε φέτος. Απαραίτητη όμως θεωρείται η συνέχιση της ανασκαφής του προϊστορικού οικισμού, που καταλαμβάνει όλη την έκταση βορείως του ναού, η οποία αναμένεται να δώσει σημαντικότατα στοιχεία για την αρχαιότατη ιστορία της Φιγάλειας, που παραμένει άγνωστη έως σήμερα (πίν.72β).



ΞENH APAΠOΓIANNH
Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 1996, 1997, 1998.

1. Το 1996, για πρώτη χρονιά, τέθηκε η συστηματική ανασκαφή της Φιγάλειας υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Στην ανασκαφή πήραν μέρος φέτος οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Νικολέντζος και Π. Μουτζουρίδης, καθώς και η τριτοετής φοιτήτρια αρχαιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου Δ. Αθανασοπούλου. Τα σχέδια της ανασκαφής εκπονήθηκαν από τον σχεδιαστή της Ζ ́ ΕΠΚΑ κ. A. Θωμόπουλο, ενώ η τράπεζα προσφορών σχεδιάσθηκε από την γλύπτρια Ελισάβετ Βάλβη. Στη συντήρηση των ευρημάτων εργάσθηκαν οι συντηρητές της Ζ ́ ΕΠΚΑ Σ. Χριστόπουλος και Α. Βασιλάρας καθώς και ο εργατοτεχνίτης Π. Καλπάκος που ήταν και επικεφαλής του ανασκαφικού συνεργείου.
Στη διευθέτηση των αρχιτεκτονικών μελών του ναού και στην εν γένει τακτοποίηση των λίθων της τοιχοδομίας εργάσθηκαν οι συντηρητές της Ζ ́ ΕΠΚΑ Π. Αλεξόπουλος και Γ. Δρές. Η φωτογράφηση των ευρημάτων έγινε από τον Κ. V. νοη Eickstedt. Την επιστασία του εργατοτεχνικού προσωπικού είχε ο μόνιμος φύλακας της Ζ ́ ΕΠΚΑ Δ. Πανταζής.
2. Υπάρχουν πολλές ομοιότητες με τον ναό του Ασκληπιού στην Αρκαδική Αλίφειρα βλ. Α. ΟΡΛΑΝΔΟ, Η Αρκαδική Αλίφειρα και τα μνημεία της (Αθήνα 1967-68) 171-182, εικ. 112.
3. Ένα άγαλμα κούρου, που είναι εκτεθειμένο στο Μουσείο Ολυμπίας και βρέθηκε στον χώρο της αρχαίας Αγοράς της Φιγάλειας θεωρείται ότι απεικονίζει τον Αρραχίωνα.
4. Α. ΟΡΛΑΝΔΟΣ, Η κρήνη της Φιγάλειας, ΑΔ 11, 1927-28, 1-7.
5. Ο ιδιοκτήτης του αγρού, κ. Β. Γιαννικόπουλος, είχε στο παρελθόν παραδώσει στην Εφορεία Αρχαιοτήτων της Ολυμπίας τμήμα ενεπίγραφης πλάκας, σύμφωνα δε με μαρτυρίες του, στον ίδιο χώρο υπήρχε παλαιότερα ενεπίγραφη στήλη επάνω στην οποία διακρινόταν το όνομα: AΘΑΝΑ.
6. Το κατώφλι καταστράφηκε περίπου στο μέσον του, σχετικά πρόσφατα, από επέμβαση βανδάλων-αρχαιοκαπήλων, σύμφωνα με τις μαρτυρίες ηλικιωμένων χωρικών που μας επισκέφθηκαν στην ανασκαφή.
7. Η μία πλάκα βρέθηκε πεσμένη μπροστά στο βάθρο, ενώ η άλλη στο πίσω μέρος του. Διάσπαρτα στον χώρο του σηκού βρέθηκαν λίγα τμήματα της οριζόντιας πλάκας της
τράπεζας προσφορών.
7.α. Την επιγραφή μετέγραψε και ερμήνευσε ο διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου Χαράλαμπος Κριτζάς, τον οποίο ευχαριστώ θερμά από τη θέση αυτή.
8. Τα πρώτα στοιχεία σχετικά με το είδος και τη χρονολόγηση των επιγραφών έθεσαν υπόψη μου οι αρχαιολόγοι Α. Θέμος και Ε. Ζαβου στους οποίους είχα αναθέσει τη μελέτη.
9. Μόνο μία οστέινη αρχαική πόρπη βρέθηκε σφηνωμένη στα θεμέλια του βόρειου τοίχου του ναού, απέναντι από το βάθρο του λατρευτικού αγάλματος.
10. Χάλκινο φιδάκι είχε βρεθεί και κατά την ανασκαφή του αρχαικού ναού του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες, βλ. AΔ 26, 1971, 142- 143, πίν. 125 β.
11. FR. COOPER, AAAV, 1972, 359.

12. Η ανασκαφική περίοδος διήρκεσε από τις 19-8-1997 έως τις 18-9-1997 και σε αυτήν πήραν μέρος ο μεταπτυχιακός φοιτητής της αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνος Νικολέντζος και η φοιτήτρια αρχαιολογίας του ίδιου Ιδρύματος κ. Δ. Αθανασοπούλου. Επικεφαλής του συνεργείου τών εργατών ήταν οι δύο εργατοτεχνίτες της Ζ ́ ΕΠΚΑ κ. A. Φωτόπουλος και Π. Καλπάκος, ενώ την επίβλεψη και τη φύλαξη του χώρου της ανασκαφής είχε ο αρχαιοφύλακας της περιοχής κ. Δ. Πανταζής. Η υποδειγματική συντήρηση των ευρημάτων έγινε από τον συντηρητή της Ζ ́ ΕΠΚΑ κ. Σ. Χριστόπουλο και η φωτογράφησή τους από τον κ. Στ. Στουρνάρα.
13. Η πρώτη ανάγνωση και ταύτιση των επιγραφών έγινε από τους αρχαιολόγους κ. Αθανάσιο Θέμο και Έλενα Ζαββού, τους οποίους ευχαριστώ θερμά.
14. Μεγάλα τμήματα βράχων που είχαν κυλήσει από τη βραχώδη κορυφή του λόφου
δυσκόλεψαν πολύ την απομάκρυνση του επιφανειακού στρώματος.
15. Παρόμοια Περόνι βλ. IMMA KILLIAN-DIRILMEIER, Nadeln der frühhelladischen bis archaischen Zeit von der Peloponnes, PBF XIII, 8, München 1984, σ.245, πιν.100, αρ.4281, τύπος ΒVIC, από το Ηραίο του Αργους. Επίσης από το Πρασιδάκι, Ν. ΓΙΑΛΟΥΡΗΣ, Κλασικός ναός εις περιοχήν Λεπρέου, AAA IV. 1, 1971, 249, εικ.8-9.
16. Η μεταγραφή, η ερμηνεία και τα σχόλια της επιγραφής είναι του κ. Αγγελου Π. Ματθαίου.
17. Η σχεδιαστική αποτύπωση των τομών έγινε από τον σχεδιαστή της Ζ ́ ΕΠΚΑ κ. Α. Θωμόπουλο.
18. Τα βάθη έχουν μετρηθεί με τη βοήθεια χωροβάτη και το σταθερό σημείο τοποθετήθηκε στον πρώτο δόμο της εισόδου του προνάου, στη δεξιά για τον εισερχόμενο πλευρά του κατωφλιού.





Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Βασιλική στην Δροσιά Πεταλιδίου

Βασιλική στην Θέση «Παλαιά Λουτρά», Δροσιά, Δήμου Πεταλιδίου


Τον Αύγουστο του 2006 ξεκίνησαν εργασίες καθαρισμού μετά από εντοπισμό αρχαιοτήτων και προφορικές μαρτυρίες. Αποκαλύφθηκε τμήμα κόγχης Ιερού, τμήμα παράπλευρου τοίχου, καθώς και δύο τμήματα μαρμάρινων αρράβδωτων κιόνων, οπότε κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω ανασκαφική έρευνα.
Το 2008 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφικές εργασίες από αρχαιολόγο της Υπηρεσίας με διάνοιξη μιας δοκιμαστικής τομής στα νοτιοδυτικά της κόγχης (εικ.1). Η έρευνα αποκάλυψε τη συνέχεια και το νοτιοδυτικό όριο της αψίδας, καθώς και το νότιο τοίχο της εκκλησίας (τοίχος 3) που φέρει παραστάδα εσωτερικά, η οποία βρίσκεται σε απόσταση 1,14μ. από το νότιο άκρο της αψίδας. Επέκταση της τομής προς Ν. αποκάλυψε σε επαφή με το νότιο μέτωπο του τοίχου 3 έναν τάφο (τάφος1) (εικ.2). Είναι ορθογώνιος με προσανατολισμό Α.-Δ. και φαίνεται ότι καλυπτόταν από μεγάλους ακανόνιστους καλυπτήριους λίθους και άφθονο κονίαμα (εικ.4). Ο τάφος περιείχε πολλαπλές ταφές και ελάχιστα κτερίσματα, όπως έναν ασημένιο γάντζο (εικ.3) και ένα μικρό κλειστό αγγείο.


 Aποκαλύφθηκε στη συνέχεια ο ανατολικός τοίχος του ναού στα νότια της αψίδας σε μήκος 0,98 και έως ύψος 0,23μ. Ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι στο εσωτερικό μέτωπό του φέρει κονίαμα με διακοσμητικά μυστρίσματα, ίδια με αυτά στο εσωτερικό μέτωπο της αψίδας, ένδειξη ότι ανήκουν στην ίδια φάση. Η συνέχεια της ανασκαφής στο εσωτερικό του τοίχου 3, δηλαδή σε επαφή με το βόρειο μέτωπό του, αποκάλυψε τμήμα τοιχογραφίας στη δυτική πλευρά παραστάδας (εικ.6), η οποία επεκτείνεται και στο βόρειο μέτωπο του τοίχου. Η τοιχογραφία (εικ.5), που μετά από καθάρισμα διακρίνεται πoλύ καλά και έχει σωθεί σε αρκετά καλή κατάσταση, απεικονίζει το κάτω μέρος μορφής, πιθανότατα κάποιου αγίου, του οποίου διακρίνεται το λευκό ένδυμα και τα πόδια του με σανδάλια. Η μορφή, αν και δεν σώζεται σε ψηλότερο επίπεδο, φαίνεται να προχωράει προς Β. Η μορφή στηρίζεται στο δεξί πόδι, το οποίο στρέφεται προς Β., ενώ το άλλο απεικονίζεται ελαφρά ανασηκωμένο ώστε να μπορεί να αποκατασταθεί με λυγισμένο γόνατο. Κάτω από την παράσταση αυτή υπάρχει ζώνη με πλαίσια εναλλάξ στενά και πλατιά.


 Τα στενότερα πλαίσια φέρουν γεωμετρική διακόσμηση από ζιγκ ζαγκ, ενώ στα φαρδιά διακρίνεται ένας αφηρημένος διάκοσμος που προσπαθεί να μιμηθεί ορθομαρμάρωση. Η ίδια διακοσμητική ζώνη συνεχίζεται και στο βόρειο μέτωπο της αψίδας. Η τοιχογραφία, αν και σώζεται μόνο μικρό σπάραγμά της, διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Η περιορισμένη έκταση διατήρησής της κάνει επισφαλή την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς τη χρονολογία της. Η τοιχογραφία στερεώθηκε από συντηρήτρια της Υπηρεσίας.
Από τη βασιλική αυτή προέρχεται, σύμφωνα με τη μαρτυρία των κατοίκων, τμήμα μαρμάρινου θωρακίου (6ος-7ος αι.), που είχε τοποθετηθεί σε β' χρήση στον αύλειο χώρο του ενοριακού ναού της Αγίας Τριάδας στο ίδιο χωριό, και αποσπάστηκε από την Υπηρεσία μας προκειμένου να συμπεριληφθεί στη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας.
Η βασιλική είχε εντοπιστεί λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο από τους κατοίκους του χωριού, οι οποίοι είχαν προχωρήσει στη διεξαγωγή πρόχειρης ανασκαφικής έρευνας στο μνημείο. Τότε είχαν εντοπιστεί, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, και σπαράγματα ψηφιδωτού, ενδεχομένως από το δάπεδο της βασιλικής. Από του ίδιο χώρο προέρχονται και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη (βάση κίονα, βάση περιρραντηρίου), με τα οποία έχει κατασκευαστεί η Αγία Τράπεζα του ενοριακού ναού της Δροσιάς.


Το μνημείο φαίνεται να έχει περισσότερες από μία φάσεις, ενώ περαιτέρω ανασκαφική έρευνα θα βοηθήσει στη χρονολόγησή του.

26η ΕΦΟΡΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ




Μεσαιωνικό οχυρό: "Λοφίσκος Μπούρτζι"- Κάτω Αμπελόκηποι


 Ο ιστοριοδίφης Νικόλαος Πασαγιώτης, ο οποίος καταγόταν από τον οικισμό Χαρακοπιό Μεσσηνίας και είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του σε σχέση με την έρευνα και μελέτη της τοπικής ιστορίας της Νότιας Μεσσηνίας, γράφει στο βιβλίο του «Ανεβοκατεβάτες, έκδοση 1987» σχετικά με την «μάχη των Κουντούρων»:
«Ένα από τα ίχνη της περιοχής αυτής (εννοεί των Κάτω Αμπελοκήπων Μεσσηνίας) είναι ένας πύργος- κάστρο που βρίσκεται πάνω σε οχυρό λόφο, που φαντάζει σαν Μυκηναική Ακρόπολη. Είναι ανεξερεύνητος και δεν αναφέρεται σε καμία ιστορική διατριβή. Μόνον από παράδοση διαπιστώνεται πως θα' ταν κάποια φραγκοβυζαντινά πυργώματα που εξουσίαζαν τη γύρω περιφέρεια. Μιά θρυλοπαράδοση, λέει, πως τον πύργο τον κρατούσαν τρείς βυζαντινές πριγκιποπούλες, η Βασιλίτσα, η Μηλίτσα και η Βγένα (Ευγενία). Ήταν πανώριες κόρες που κάλπαζαν πάνω στα γρήγορα άτια τους και σαν άλλες αμαζόνες υπεράσπιζαν το πριγκιπάτο τους. Και πως μακρινοί πλούσιοι μνηστήρες από τις γύρω βαρονίες έφταναν στον πύργο να κλέψουν τη καρδιά τους, όπως ο αξιωματούχος Μηνάς Ιωάννης από τη διπλανή στρατούπολη τη βρυσομάνα Μηνάγια (σήμερα Κάτω Αμπελόκηποι). Η παράδοση λέει πως τη Βασιλίτσα την παντρεύτηκε ο βυζαντινός τοπάρχης που δέσποζε τον Ακρίτα, πέρα από το σημερινό Βασιλίτσι -που πήρε και τ΄ όνομά της. Τη δεύτερη την πήρε κάποιο αρχοντόπουλο, έτσι τ' όνομα του διπλανού χωριού είναι άρρηκτα δεμένο με την χαριτωμένη πριγκιποπούλα Μηλίτσα. Και η τρίτη, η Βγένα και δεσποσύνη στον πύργο "Μπούρτζι" ή και "Βγενόβραχος" έγινε γυναίκα του Μηνά Ιωάννη, που διοικούσε ένα στρατοτόπι που πρέπει να βρισκότανε στο σημερινό χωριό Μηνάγια με τα πολλά νερά και τις πλατανοίσκιωτες πηγές. Ο Μηνάς πήρε μέρος στη πολύνεκρη μάχη κατά των Φράγκων, στου «Κούντουρου τον Ελαιώνα», πιθανόν στην περιοχή του σημερινού χωριού Νέα Κορώνη (Καντιάνικα), στα υψώματα προς το Μπογάζι, θέλοντας έτσι να επιβραδύνει την είσοδο στους Φράγκους στην κυκλώπεια ποργιά στο Μπογάζι όπου ο στενωπός προς τον Μηλιτσόκαμπο και γενικά στα χωριά της ορεινής Πυλίας. Ο Μηνάς έπεσε νεκρός στη μάχη αυτή. Οι Φράγκοι πολιόρκησαν τον πύργο της Βγένας. Η Βγένα δεν μπόρεσε να κρατήσει, ούτε και ζωντανή θέλησε να πέσει στα χέρια του εχθρού. Έτσι, έπεσε καβάλα με τ' άλογό της από το ύψωμα του πύργου στο παρακείμενο βαθύ ρέμα, σήμερα "Βγενόρεμα" και αυτοκτόνησε. Οι Φράγκοι, τέλος, πάτησαν τον Πύργο της Βγένας, λεηλάτησαν τον τόπο με τρόπο που μέχρι σήμερα οι χωρικοί μιλούνε με δέος για τα φρικιαστικά βασανιστήρια. Ένα απ' αυτά είναι το αλώνισμα. Έδεναν, λέει, τους κατοίκους σαν άλογα στ' αλώνια και ολημερίς τους βίτσιζαν και τους χτυπούσαν με τα δικριάνια μέχρι να ξεψυχίσουν. Τ' αλώνια αυτά τα λένε σήμερα "Φραγκάλωνα". Και κάποια πηγή μέσα στο Βγενόρεμα την ονομάζουν "Φραγκόβρυση"»



Επίσης, αξίζει να σημειώσουμε, ότι, το Καλοκαίρι του 2003, η τότε 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, διενήργησε αυτοψία στον «Λοφίσκο Μπούρτζι» (Πύργος της Βγένας) στην περιοχή των Κάτω Αμπελοκήπων και κατέληξε στην εξής έκθεση:
«Η συγκεκριμένη περιοχή είναι φύσει οχυρή, αφού έχει μόνο πρόσβαση από την ανατολική πλευρά, ενώ οι άλλες πλευρές είναι κρημνώδεις. Ο λόφος προσφέρει δυνατότητα παρατήρησης μιας μεγάλης έκτασης περιμετρικά αυτού. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχει άμεση οπτική επαφή με τον λόφο του Αγ. Νικολάου, μεταξύ Πύλου- Μεθώνης, την οροσειρά του Λυκόδημου, καθώς και μεγάλο τμήμα της περιοχής της Κορώνης. Βρίσκεται επομένως σε μια θέση πρόσφορη για την ανάπτυξη οχυρωματικών εγκαταστάσεων. 

 Στην κορυφή του λόφου, ανάμεσα σε έντονη βλάστηση, διακρίνονται τα κατάλοιπα μιας τετράγωνης κατασκευής, κτισμένης με ιδιαίτερα ισχυρή τοιχοποιία από αργολιθοδομή. Το κτήριο σώζεται σε επίπεδο θεμελίων και σε μέγιστο ύψος 0,50μ., πάχος δε 0,60μ. Δεν διακρίνονται ίχνη από θύρες, δάπεδο ή άλλες διαμορφώσεις. Περιμετρικά του λόφου διατηρούνται επίσης τμήματα τοιχοποιίας τα οποία ακολουθούν στην πορεία τους την οφρύ του βράχου. Το καλύτερα σωζόμενο τμήμα βρίσκεται στην δυτική πλευρά: φθάνει σε μήκος 10μ., έχει ύψος εξωτερικά 2μ., πάχος 0,60μ. και τοιχοποιία από αργολιθοδομή.
 Με βάση τα στοιχεία αυτά, είναι πολύ πιθανόν στον συγκεκριμένο λόφο να υπήρχε ένα μικρό οχυρό συγκρότημα. Την κορυφή του λόφου κατείχε ένα ορθογώνιο κτήριο (πύργος;), ενώ η περιοχή περικλειόταν από τείχος. Η δόμηση των τειχών, καθώς και τα λιγοστά κεραμικά ευρήματα ανάγουν την κατοίκηση του λόφου στους μεσαιωνικούς χρόνους. Η πιθανότερη περίοδος για την κατοίκηση του λόφου είναι ο 14ος- 15ος αι. όταν η γενικότερη ανασφάλεια και οι έριδες μεταξύ των φεουδαρχών του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και της Ενετικής Διοίκησης στην Μεθώνη- Κορώνη, οδήγησαν στην οικοδόμηση μιας σειράς μικρών οχυρών κατά μήκος των παραλίων, αλλά και στην ενδοχώρα της περιοχής Πυλίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλά ονόματα οικισμών, αλλά και φρουριακών εγκαταστάσεων αυτής της περιόδου καταγράφονται σε έγγραφα, διαθήκες, αλλά και χρονικά. Εντούτοις δεν κατέστη δυνατόν να ταυτιστεί κανένα όνομα των πηγών αυτών με την περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό Κάτω Αμπελόκηποι. 
 Σε κάθε περίπτωση, το μικρό συγκρότημα στον λόφο "Μπούρτζι" με βάση την έκταση του δεν πρέπει να αποτελούσε έναν οχυρωμένο οικισμό. Πιθανόν εξυπηρετούσε ολιγάριθμη φρουρά ή χρησίμευε ως τόπος καταφυγίου των κατοίκων της περιοχής σε περιόδους ανασφάλειας. Ο χώρος προστατεύεται από τις διατάξεις του νόμου 3028/2002 ως κτίσμα προγενέστερο του 1830 και οποιαδήποτε ενέργεια στο μνημείο ή στον περιβάλλοντα χώρο του, πρέπει να έχει την έγκριση της Υπηρεσίας μας».

Βενετικό Mεσαιωνικό οχυρό «Molendini» (Μύλοι);


Μετά την αυτοψία από την Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (τότε 5η ΕΒΑ) το Καλοκαίρι 2002 στο Μεσαιωνικό οχυρό που βρίσκεται στην περιοχή της «Βγένας», υπήρξαν σημαντικά στοιχεία για την φύση του οχυρού. Έτσι σύμφωνα με τους αρχαιολόγους η πιθανότερη περίοδος για την κατοίκηση του λόφου είναι ο 14ος - 15ος αι., όταν η γενικότερη ανασφάλεια και οι έριδες μεταξύ των φεουδαρχών του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και της Ενετικής Διοίκησης στην Μεθώνη- Κορώνη, οδήγησαν στην οικοδόμηση μιας σειράς μικρών οχυρών κατά μήκος των παραλίων, αλλά και στην ενδοχώρα της περιοχής Πυλίας. Τέλος σύμφωνα με την ίδια αναφορά των αρχαιολόγων το οχυρό πιθανόν εξυπηρετούσε ολιγάριθμη φρουρά ή χρησίμευε ως τόπος καταφυγίου των κατοίκων της περιοχής σε περιόδους ανασφάλειας. Όμως δεν κατέστη δυνατό, από την αρχαιολογική ομάδα, να ταυτιστεί κανένα όνομα αρχειακών πηγών με την συγκεκριμένη περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται ο οικισμός Κάτω Αμπελόκηποι.

 1554, Battista Agnese, carta corograico-nautica della Morea

Μια σειρά ερευνών, τόσο στα Βενετικά Αρχεία όσο και σε άλλες πηγές, φέρνει σήμερα στο φως σημαντικά στοιχεία για το συγκεκριμένο οχυρό, καθώς μια σειρά τεκμηρίων ίσως ταυτίζουν το συγκεκριμένο οχυρό με αρχειακές πηγές. Ειδικότερα η ύπαρξη ενός σπάνιου χάρτη του 16ου αιώνα (1554) του Battista Agnese, (Πρόκειται για την carta corograico-nautica della Morea που περιλαμβάνεται στον Atlante di 33 carte [βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη Βενετίας, It. IV, 62 (=5067), αρ. 17], τον οποίο αναδημοσιεύει ο Bon, La Morée franque, χάρτης αριθ. 9. ) στον οποίο σημειώνονται τα τοπωνύμια των Μύλων σε περιοχή με ποτάμι και του Αγίου Νικολάου, κοντά στο λιμάνι του Ναβαρίνου. Μελετώντας τον χάρτη αυτό βλέπουμε ότι το ποτάμι δεν είναι άλλο από το Μηναγιώτικο και το οχυρό στις πηγές του ονομάζεται moline. Ακόμη γνωρίζουμε ότι στην περιοχή υπήρχαν νερόμυλοι κατά την πρώτη Ενετοκρατία.

Μεγέθυνση του χάρτη

Παράλληλα μνημονεύονται από τον ιστορικό Bon (La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe, Antoine Bon, paris 1969) τέσσερα κάστρα το 1425, τα οποία ήλεγχαν την περιοχή ανάμεσα σε Μεθώνη και Ναβαρίνο, για μερικά από τα οποία αντιμετωπίζουμε προβλήματα ταύτισης: Zonchlum (Ναβαρίνο), Sancta Elia, Molendini (Μύλοι). Το τελευταίο στοιχείο που διαθέτουμε προέρχεται από μια απόφαση για τις φρουρές της Μεθώνης του 1453, στην οποία προβλέπεται και η ενίσχυση της φρουράς των Μύλων (Moline) με ομάδες Μοθωναίων (compagnie modoniese). {(Πρόκειται για ένα από τα τρία κάστρα της περιοχής (τα άλλα σημειώνονται ως Sancti Elie και Zonelli): tenentur irmi in castellis Mothoni, videlicet Zonelli, le Moline et Sancti Elie, cassentur et loco ipsorum singulis duobus mensis mitti debeant alij de banderie Mothoni∙ βλ. Α.S.V., Senato, Mar, reg. 4, φ. 182v (απόφαση της 22ας Μαρτίου 1453). Πρβλ. και Thiriet, Régestes, τ. 3 (1431-1463), σ. 183, αρ. 2916. και Nichlina (Ίκλαινα).}
Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι στη δικαιοδοσία της Μεθώνης ανήκαν το Ναβαρίνο (Zonchio) από το 1420 και τα κάστρα Μύλοι (Molines) και Άγιος Ηλίας από το 1423. Την ίδια περίπου περίοδο, η Βενετία οχύρωσε σταδιακά εδάφη της μεσσηνιακής ενδοχώρας, με στόχο την αποτελεσματικότερη περιφρούρηση της υπαίθρου και την προστασία των κατοίκων από τις χερσαίες επιδρομές των Τούρκων και των υπηκόων του δεσποτάτου του Μυστρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο καπιτάνος της Μεθώνης όφειλε να περιοδεύει έφιππος την ύπαιθρο της Μεθώνης (agri Mothoni) και να επιθεωρεί τα κάστρα και τις οχυρώσεις (D. Jacoby, La Féodalité en Grèce médiévale: les «Assises de Romanie»: sources, application et difusion, Παρίσι– Χάγη 1971, σ.231. Για την οχύρωση της υπαίθρου από τα τέλη του 14ου αι. και εξής, βλ. Hodgetts, Τhe Colonies of Coron and Modon).

Δημοσθένης Κορδός
Υποψήφιος Διδάκτωρ Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Πηγή: Ιστότοπος kato-minagia.blogspot.gr




Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Βυζαντινό κτήριο και ναός αγίων Αποστόλων, Μαυρομμάτι


Κάτω από την πηγή Κλεψύδρα της αρχαίας Μεσσήνης λόγο της πυκνής βλάστησης, η πρόσβαση στα υπάρχοντα βυζαντινά κτήρια είναι αρκετά δύσβατη και δύσκολη. Στην τοποθεσία αυτή υπήρχαν πολλά βυζαντινά κτίσματα και η τοποθεσία αυτή λεγόταν "Καλογέρικα". Στον ερειπωμένο και κατεστραμμένο ναό των αγίων Αποστόλων υπάρχει ακόμα σε όρθιο παραστάτη η επιγραφή (IGV, I, 1451): 
Ευμόλπη Χαίρε Ατειμήτου Γ(αΐου)
Πομπ(ωνίου) Ατειμήτου Σωζομένης

Δίπλα στο ναό των αγίων Αποστόλων υπάρχει βυζαντινό κτίσμα με διαστάσεις 19Χ 9,6 μέτρα, το οποίο διαιρείται κατά μήκος με τοίχο πάχους 0,65 μέτρα, σε δύο περίπου ισοπλατή κλίτη, πλάτους 4,6 και 4,4 μέτρα. Αργότερα προστέθηκαν εφαπτόμενα 4 διαμερίσματα με παλιούς ορθογωνιασμένους λίθους, διατεταγμένα γύρω από αυλή όπως δείχνει ο υπάρχοντας χώρος. 
Πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για Βυζαντινή Μονή που δημιουργήθηκε πριν τη Μονή του Βουλκάνου (το κάτω Μοναστήρι). Σε ένα από τα κελιά ήταν εντοιχισμένη η επιγραφή χρονολογουμένη από το 1712: 
Μνήμη θανάτου χρησίμευε τω βίω ΑΨΙΒ
Από περιγραφές περιηγητών μαθαίνουμε ότι ήταν μετόχι και καταστράφηκε το 1700 ή 1712 μετά από διαμάχη των μοναχών με τους Τούρκους και με αποτέλεσμα των θάνατο 3- 4 μοναχών.

Κείμενο: Γιάννη Δ. Λύρα, "Πρόταση γιά ένα corpus των βυζαντινών μνημείων του Δήμου Ιθώμης και της γύρω περιοχής"





Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Η μάχη στα Κάτω Μηνάγια, 1825

Η πρώτη πολεμική σύγκρουση μεταξύ ελληνικών και τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων



Το ιστορικό πλαίσιο


 Οι αγωνιζόμενοι για εθνική ελευθερία Έλληνες θα αντιμετωπίσουν την απόβαση του Ιμπραήμ (Φεβρουάριος 1825– Μάιος 1825) αφενός με μειωμένες τις -ανέκαθεν ανεπαρκείς- υλικές και πολιτικές δυνάμεις τους, με κλονισμένες τις ηθικές και αφετέρου, χωρίς ουσιαστική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Οι αντιδράσεις της οποίας θα είναι και υποτονικές και απερίσκεπτες. Είχαν προηγηθεί δύο εμφύλιοι (Μάρτιος-Ιούνιος 1824 και Νοέμβριος- Δεκέμβριος 1824) που υπήρξαν καταστρεπτικοί και είχαν πολύ σοβαρές συνέπειες για πολύ μεγάλο διάστημα, με θριαμβευτές τους Ρουμελιώτες πολέμαρχους και τους Υδραίους συμμάχους τους. Πολλοί πελοποννήσιοι ηγέτες, με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη, βρίσκονταν φυλακισμένοι στην Ύδρα, ενώ οι Ρουμελιώτες στην Πελοπόννησο συμπεριφέρονταν σαν κατακτητές σε εχθρικό έδαφος.
 Η απόβαση του Ιμπραήμ -θετού γιου του σατράπη της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή-, τον Φεβρουάριο του 1825 στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, ελάχιστη εντύπωση προκάλεσε αρχικά στους Έλληνες. Οι απώλειες του Ιμπραήμ, αφότου έφυγε από την Αλεξάνδρεια, σε πλοία, άνδρες, άλογα και υλικό, αναλογούσαν περίπου με το ένα τρίτο του συνόλου. Οι αρρώστιες, οι καιρικές συνθήκες αλλά και η παρενόχληση του ελληνικού στόλου ήταν παράγοντες υπεύθυνοι για τις καταστροφές αυτές. Το έργο των Ελλήνων θαλασσινών εξακολουθούσε να καθησυχάζει την κυβέρνηση στο Ναύπλιο ότι ο κίνδυνος δεν ήταν μεγάλος.
 Έτσι οι Έλληνες συνέχισαν τους καβγάδες τους σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. Πρόεδρος του Εκτελεστικού είχε γίνει ο Υδραίος καπετάνιος Γεώργιος Κουντουριώτης, ο οποίος δεν διέθετε γνώσεις για τον χερσαίο πόλεμο αλλά ούτε και ηγετικά προσόντα. Τον πλαισίωναν δύο θανάσιμοι εχθροί μεταξύ τους, ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ως αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού και διευθυντής της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος και ο Ηπειρώτης Ιωάννης Κωλέττης, μέλος του Εκτελεστικού με επιρροή στους Ρουμελιώτες πολέμαρχους στους οποίους έταξε πελοποννησιακή λεία. Μια τρίτη τάση εκπροσωπούσαν οι Πελοποννήσιοι στρατιωτικοί, όπως ο Παπαφλέσσας και ο Αναγνωσταράς, που συνέπρατταν με την κυβέρνηση και τους νικητές του εμφυλίου. Ενιαίος στρατός δεν υπήρχε και οι δεκάδες ομάδες συγκροτούνταν από καπετάνιους οι οποίοι κατέθεταν πλαστούς καταλόγους ανδρών στην κυβέρνηση, για να εισπράττουν υπεράριθμους μισθούς και σιτηρέσια.
 Οι Υδραίοι καπετάνιοι προειδοποιούσαν την κυβέρνηση ότι κύριος στόχος του Ιμπραήμ ήταν το οχυρωμένο Νεόκαστρο της Πύλου, αλλά το ελληνικό στρατόπεδο με το άνθος των μεγάλων αγωνιστών αργούσε να σπεύσει σε βοήθεια. Ακολούθησαν σπασμωδικές συγκρούσεις σωμάτων με τον οργανωμένο στρατό του Ιμπραήμ με σοβαρές ελληνικές απώλειες ιδιαίτερα στο ηθικό των Ελλήνων. Αν είχε υπάρξει έγκαιρα συντονισμένη εκστρατεία υπό ενιαία διοίκηση, οι εμπειροπόλεμοι και αριθμητικά υπέρτεροι Έλληνες θα είχαν καταστρέψει την εμπροσθοφυλακή των Αιγυπτίων. Η κατακερματισμένες ελληνικές δυνάμεις μαστίζονταν από τις εσωτερικές έριδες των Ρουμελιωτών αλλά και την απειθαρχία κορυφαίων αγωνιστών, όπως οι Καραϊσκάκης, Κώστας Μπότσαρης, Τσάμης, Καρατάσος, Πετρόμπεης και άλλων. Ο Ιμπραήμ κατέλαβε τελικά το Νιόκαστρο στις 23 Μαρτίου του 1825 και εξασφάλισε έτσι το προγεφύρωμα, που του επέτρεψε να κατακτήσει το μέγιστο τμήμα του Μοριά.



Η απόβαση του Ιμπραήμ

 Το συνταρακτικό μήνυμα της εμφάνισης του αιγυπτιακού στόλου στα νοτιοδυτικά παράλια της Πελοποννήσου έφθασε στο Ναύπλιο από την Καρδαμύλη της Μάνης, φυσικό παρατηρητήριο προς τον θαλάσσιο ορίζοντα, εκ μέρους του έμπειρου πολεμιστού Διονύσιου Μούρτζινου. Ο Διον. Μούρτζινος με επιστολή του προς τον Πρόεδρο Γ. Κουντουριώτη γράφει χαρακτηριστικά: «… Παρατηρήσαμεν ικανά πλοία παραπλέοντα τα ύδατα του κάβου Γρώσσου, τα οποία μόλις μετά τριών ημερών παρέλευσιν εσυμπεράναμεν ότι πρέπει να είναι εχθρικά και από τους συχνούς πυροβολισμούς του φρουρίου Κορώνης και από του ότι δεν απεμακρύνοντο από ετούτα τα ύδατα. Πλήν καμμίαν σωστήν πληροφορίαν δεν έχομεν, και προσμένω να πληροφορηθώ τούτο από πεζούς όπου δια Καλαμάταν και δια άλλα μέρη έπεμψα. Όθεν αν, όπερ μη γένοιτο, και είναι εχθρικά και δοκιμάσωσι να εκτελέσουν εις κανέν μέρος τους ανοήτους σκοπούς των, θέλει κινηθώ κατ΄αυτών μα πληρώσω το πατριωτικόν χρέος. Συντρέξατε και η Εκλαμπρότης σας με τα αναγκαίουντα, δια να μην εύρη ο εχθρός τοςυ τόπους κενούς και εκτελέση όπερ εις τεσσάρους χρόνους δεν ηδυνήθη. Ειδέ πάλιν και είναι φιλικά, θέλει παρευρεθώ εν τάχει εις Ναύπλιον εις το χρέος μου. Περί τούτων απαντών γράφω μερικώς ωσαύτως και προς την σεβατήν Διοίκησιν. Μένω με το ανήκον σέβας. Τη 10η Φεβρουαρίου 1825, Σκαρδαμούλα. Ως αδερφός ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΜΟΥΡΤΖΙΝΟΣ».
 Παράλληλα, ο στρατηγός Παναγιώτης Γιατράκος, ευρισκόμενος εις τα Βουνάρια έγραφε προς τον Μούρτζινο την 11η Φεβρουαρίου 1825: «Εν ολίγοις σας ιδεάζω, αδελφέ, τον εμφανισμόν του εχθρικού στόλου εις τα εδώ μέρη. Τούτο το είχα προ οφθαλμών μας, και από την προς απόκρουσιν των εχθρικών εισβολών νωθρότητα μας, πάντοτε εσυμπέρανα ότι εξαίφνης ήθελε φανή…. Οι εγκάτοικοι της επαρχία ταύτης πόσον διεταράχθησαν ιδόντες τον εχθρικόν στόλον, συμπράνετε. Όλοι καταγίνονται εις προφύλαξιν των φαμιλιών και των πραγμάτων των, εγω δε με τους ολίγους ιδικούς μου, ως σε είναι γνωστόν, επαγρυπνών κατά χρέος εις απάντησιν κάθε εχθρικού κινήματος, διώρησα τας αναγκαίουσας φυλακάς, έγραψα εις την επαρχίαν και εσυνάχθησαν και οι κάτοικοι των έξω χωρίων, ήλθον με μέρος του σώματος των στρατευμάτων και οι αδελφοί μου στρατηγοί Νικολάκης και καπετάν Λιάκος και ο ανεψιός μου Ανδρέας, μετά των οποίων στέκομαι προθύμως εμψυχώνων και τους εντοπίους και παρατηρών και τα εχθρικά κινήματα…. Αι πλάταις μας είναι ανοικταί, και ενώ ο εχθρικός στόλος παραπλέει τα παράλια της Μοθώνης, χρεία και ανάγκη είναι να τρέξηδύναμις εις Νεόκαστρον και Μοθώνην δια να οχυρωθούν αι εκεί θέσεις… Εγώ όμως σε λέγω ότι μ΄όλον όπου είμαι εμπρός εις όλα, πάλιν μόλις δύναμαι να κρατώ τον κόσμον. Πότε μεν ευρίσκομαι εις Άγιον Δημήτριον, πότε δε εις την θέσιν Γερακάδων, και άλλοτε εις επιτήησιν των προφυλακών Γριζίου, και άλλοτε εις Βουνάρια, και δε λείπω ενεργών το δυνατόν, αφειδών διόλου εμαυτού, όσα στοχάζομαι συντέινονται εις εμψύχωσιν του λαού, και ο Θεός βοηθός. Είδον προσέτι να με λέγητε εις τα γράμμα σας να σας ιδεάσω αν κάμουν δισπάρκον, να εκκινήσητε με δύο χιλιάδες στρατιώτας εις βοήθειαν μου… Σας λέγω λοιπόν ότι εχθρικά πλοία, αφ΄ου εισηκούσθησαν με τους εις το φρούριον Κορώνης εχθρούς, έπλεον σήμερον προς το μέρος της Μοθώνης. Δύο καράβια από χθες άραξαν εις Σαπιέντζαις. Μετά την δείλη δε σήμερον άραξαν εις Μοθώνην ολίγακαι εχαιρετίσθησαν μεταξύ του φρουρίου με αρκετάς κανονιάς. Τα δε λοιπά εισέτι είναι εις τα πανιά, και ποιος ο σκοπός των εισέτι είναι άδηλος».
 Η επιστολή αυτή φανερώνει την αίσθηση του κινδύνου και τον τρόμο που προκάλεσε στους πληθυσμούς της περιοχής η εμφάνιση του αιγυπτιακού στόλου στα παράλια. Έτσι ο Ιμπραήμ πασάς κατόρθωσε να εισπλεύσει ανενόχλητος την 11ην και την 12ην Φεβρουαρίου στο λιμάνι της Μεθώνης. Πρώτα, στις 12 και στις 13 Φεβρουαρίου αποβιβάσθηκαν με πενήντα περίπου πλοία τα πεζικά συντάγματα 3ο και 4ο , με συνολική δύναμη μειωμένη στους 4.000 περίπου άνδρες, 500 ιππείς και 1.000 διάφοροι άλλοι, ενώ κατά την απόβαση θα πνιγούν 50. Τα αποβιβαζόμενα τμήματα προωθούνται πέραν της ακτής και στήνουν περί τις 400 σκηνές μέχρι την απόσταση ενός έως δύο χιλιομέτρων από το φρούριο. Το αρχικό προγεφύρωμα του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο μόλις έχει δημιουργηθεί χωρίς την παραμικρή ελληνική αντίδραση κατά την απόβαση.

Οι αμυντικές προσπάθειες των Ελλήνων



 Ως γνωστόν, το όρος Λυκόδημον διαχωρίζει την Μεσσηνιακή χερσόνησο σε δύο ζώνες, τηνδυτική, από Μεθώνη μέχρι Νεοκάστρου- Παλαιοναβαρίνου και την ανατολική από Κορώνης μέχρι Πεταλιδίου. Η επικοινωνία μεταξύ των δύο ζωνών είναι μάλλον ευχερής μέσω των αυχένων Χανδρινού και Κλεισούρας. Δια του αυχένος Κλεισούρας βαίνουν οι οδοί Μεθώνη- Γρίζι- Κορώνη και Μεσοχώρι- Μηνάγια- Βουνάρια. Στην δυτική ζώνη έχει την ευθύνη, σύμφωνα με τις διαταγές της Διοίκησης ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης Κάτσης, ενώ στην ανατολική ζώνη την ευθύνη έχει ο Παναγιώτης Γιατράκος.
 Έτσι ο Παναγιώτης Γιατράκος είναι από τους λίγους στρατιωτικούς ηγέτες του Μορία που βρίσκεται κοντά στον καινούργιο εχθρό. Με λίγες εκατοντάδες συνεπαρχιώτες του και ντόπιους πολεμιστές διατηρεί την πολιορκία της Κορώνης έχοντας μέτωπο προς ανατολάς και εξασφαλίζει τα νώτα των πολιορκητών από την πλευρά της Μεθώνης με μέτωπο προς δυσμάς. Έχει την ευθύνη της ανατολικής ζώνης της περιοχής, ενώ την δυτική επιβλέπει ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης Κατσής, που εδρεύει στο χωριό Μίσκα με 300 στρατιώτες
 Έτσι μόνος, σχεδόν, αφού και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης με διάφορες προφάσεις δεν ανταποκρίνεται στις προσκλήσεις του για αντιμετώπιση των εισβολέων, συνειδητοποιεί πόσο κακό έκανε στον αγώνα η εμφύλια διαμάχη. 


 Συνεπικουρούμενος από τα αδέρφια του προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση, καθώς ουσιαστικά είναι ο μόνος πολεμικός αρχηγός που πρέπει να αντισταθεί στις υπέρτερες δυνάμεις των Αιγυπτίων. Επιβάλλεται λοιπόν η οχύρωση της περιοχής και ο στρατηγός μαζί με τον αδερφό του Νικολάκη πασχίζουν νυχθημερόν να εντοπίσουν τις επίκαιρες θέσεις και να τοποθετήσουν εκεί στρατιώτες. Έτσι στις 14 Φεβρουαρίου 1825 πηγαίνουν στο χωριό Μηλίτσα και Μηνάγια και από εκεί κάνουν αναγνώριση της ευαίσθητης περιοχής μέχρι το χωριό Γρίζι, σχεδιάζοντας να τοποθετήσουν στα τρία αυτά σημεία στρατιωτικές προφυλακές. Γνωρίζοντας ότι η Διοίκηση δεν πρόκειται να τους συμπαρασταθεί και ότι μόνοι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς, ετοιμάζουν ένα στρατιωτικό σχέδιο, το οποίο εξέθεσε ο Νικολάκης Γιατράκος, με την παρακάτω επιστολή του στις 14 Φεβρουαρίου 1825, προς τον ντόπιο στρατιωτικό αρχηγό Ιω. Καραπαύλο, τον έπαρχο και τους προκρίτους της Κορώνης:
«Σήμερις, με τον αυταδελφόν μου αρχηγόν επήγαμε εις Μηλίτζαν και εξεπατήσαμε αυτήν την θέσιν. Απ΄αγνάντι μας έδιξε ο παπάς που ήτον μαζί μας και την θέσιν εις την Γρίντζη, μας έδειξε και άλλο εν μέρος όπου ημπορούν να εβγούν οι εχθροί (εννοεί τα Μηνάγια). Εκάμαμε σκέψιν και θέλουν το ολιγώτερον να πιάσουν αυτές τις τρείς θέσεις και εις την κάθε θέσιν να κτιστή ένας φούρνος, να πηγαίνη αλεύρι, να βγάζη εκεί το ψωμί. Και έτζι γίνεται τελεία πολιορκία Μοθώνης από τούτο το μέρος.



Επειδή οι εδικοί μου στρατιώται δεν συμποσούνται τόσοι οπού να οχυρώσουν αυτάς τας θέσεις, και μια θέσι να οχυρώσωμε μόνο δεν ωφελεί τίποτα, και επειδή έλαβον εν γράμμα από τον εξοχώτατον στρατηγόν Γ. Μαυρομιχάλη, και μας γράφει δια να πάγω να ανταμώσωμε να ομιλήσωμε περί πάντων, και μας γράφει ότι έχει και τριακόσιους στρατιώτας, κρίνω εύλογον να τον γράψωμε συμφώνως όλοι να ενωθούμε και να ανταμωθούμε όλοι εις εν μέρος. Και αυτές οι τρείς θέσεις (Μηνάγια, Μηλίτσα, Γρίζι) να οχυρωθούν αποτο εδικόν μου σώμα και από εντόπιους και του καπ. Γ. Μαυρομιχάλη, αναλόγως και από τα τρία σώματα να βάλωμε τους επτακόσιους στρατιώτας αμέσως.
Να εισακουστούμε και με τα στρατεύματα της Αρκαδίας και Νεόκαστρον, με όλους τους εκεί ευρισκόμενους οπλαρχηγούς Ρουμελιώτας και εντόπιους, να τους ιδεάσωμε ότι συστήσαμε τελείαν πολιορκίαν από τούτο το μέρος και δια να εμψυχωθούν και οι εντόπιοι των επαρχιών, και να τους βιάσωμε όλους τους εκεί ευρισκόμενους οπλαρχηγούς να πιάσουν εις τα Χίλια Χωριά και Μεσωχώρι, να συστήσουν και αυτοί πολιορκίαν από εκείνο το μέρος.
Και να λάβετε τα αναγκαία μέτρα να μας εξοικονομήστε πολεμοφόδια και ζωοθροφίαν δια τους επτακόσιους στρατιώτας οκτώ ημέρες, εως να λάβη η Σ. Διοίκησις τα αναγκαία μέτρα να στείλη γενικόν φροντιστήν, καθώς μου γράφετε και κατά την υπόσχεσιν που μου έχετε δώσει. Στοχατήτε ότι θέλομε το ολιγώτερον χίλιους ταστέδες φουσέκια.
Εγώ, καθώς μου ειπατε, εδιώρισα τον αυτάδελφόν μου κ. Λιάκο και επήγε εις αυτά τα χωρία όπου είναι πολίται Μοθώνης, και περιμένω αύριο τα πολεμοφόδια να τους γράψω να πάνε εις Μηλίτζαν να πιάσουν αυτήν την θέσιν. Παρομοίως μας γράφει και ο κ. Γιάννης (Ιωάννης Μαυρομιχάλης) ότι είναι έτοιμος όπως να τον γράψωμε να ακολουθήση, αν θέλετε, κατά την ζήτησίν σας.
Αυτό το σχέδιον, ως άνωθεν, είναι η ασφάλεια ταύτης της επαρχίας και να ημπρέσωμε να βλάψωμε και τον εχθρόν. Και ημπορούμε να κάμωμε ένα στρατήγημα: Να διαλέξωμε πεντακόσιους στρατιώτας από όλα τα σώματα και να ορκωθούμε να κάμωμε στρατήγημα διά νυκτός. Να τους κτυπήσωμε εις τα τζαντήριά τους τους στραβοαράπηδες, να τους κατατροπώσωμε εις το κάστρο και να επιστρέψωμε πάλε εις την θέσιν μας διά νυκτός.
Αυτή είναι η γνώμη μου, αδελφοί, και δεν πρέπει να το αποφύγετε. Διά τούτο πρέπει να κάμετε κάθε τρόπον να οικονομήσετε τα αναγκαία, ως άνωθεν που σας γράφω, ομοίως και επτακοσίας πέτρας. Και μην αμελήσετε, αδελφοί, ότι η παρούσα περίστασις δεν επιδέχεται αργοπορίαν, επειδή η Σ. Διοίκησις καταγίνεται πρώτον να διορίση την εκστρατείαν της πολιορκείας Πατρών, ως αναγκαία και αυτή, και δεύτερον να συστηθώσι οι πολιορκίες Μοθώνης και Κορώνης κατά τας ανά χειράς μας διαταγάς. Και ό,τι έξοδα πάνε εις τας οκτώ ημέρας, θέλει σας εδώσωμεν αποδεικτικά όλοι οι στρατηγοί , δια να σας τα κάμη καλά ο γενικός φροντιστής όπου περιμένομε.
Και αυτό όπου με βιάζετε δια να οχυρωθούν αυτές οι τρείς θέσεις, είναι το μόνο εύκολον εις ημάς να το ακολουθήσωμε προθύμως με τον άνωθεν τρόπον όπου σας γράφω, όταν μας οικονομήσετε πολεμοφόδια και ζωοθροφίαν και αυτό είναι εις το χέρι σας να τελειώση. Όχι και αυτό δεν κάμετε, να μου κάμετε εγγράφως ότι δεν εξοικονομείται. Τότε πρέπει να νοιαστήτε να εξοικονομήσετε εδικά σας στρατεύματα δια αυτήν την πολιορκίαν Κορώνης, επειδή ταεδικά μου στρατεύματα, όσα έχω εκεί, θα τα συκώσω και θα πάω εις Νεόκαστρο να ακουστώ με τον καπετάν Γιάννη Μαυρομιχάλη και με τα λοιπά στρατεύματα, να κάμωμε όπωςο Θεός μας φωτίση.
Διότι, έως να μας έλθουν οι αποκρίσεις της Σ. Διοικήσεως, ο εχθρός είναι εις το προσκεφαλό μας και ημπορεί να κάμη κανένα στρατήγημα. Και επειδή πολεμοφόδια δεν έχομε διόλου να πιάσωμε καμμίαν θέσιν και να αντιπαραταχθούμε, και ό,τι ακολουθήση ύστερον μένει εις βάρος σας και εγώ είμαι αθωωμένος. Στοχαστήτε ότι η παρούσα περίστασις σκέψεις και λόγια δεν επιδέχεται αλλά θέλει έργα και το συνομώτερο. Τόσον και μένω. 1825: Φεβρουαρίου 14: εις τας τρείς η ώρα της νυκτός, Βουνάρια, Ο πατριώτης Νικόλαος Γιατράκος.»
 Έτσι, βάση του σχεδίου αυτού, με τις υπάρχουσες στρατιωτικές δυνάμεις, θα συνεχιζόταν η πολιορκία της Κορώνης και θα αποκλείονταν όλες οι διαβάσεις για να απομονωθεί το αιγυπτιακό στράτευμα. Βέβαια οι υπάρχουσες δυνατότητες δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εντυπωσιακά αποτελέσματα, όμως τίποτα καλύτερο δεν θα μπορούσε να γίνει. Ακολούθως προτεινόταν η διενέργεια νυκτερινής καταδρομής κατά του στρατοπέδου των εχθρών, ώστε να αναγκαστούν να κλειστούν στο φρούριο της Μεθώνης. Τέλος, ζητούνταν από τους ντόπιους πυρομαχικά και τρόφιμα, διαφορετικά τα ελληνικά στρατεύματα θα αποσύρονταν στο Νεόκαστρο, γιατί θα ήταν πλέον αδύνατον να υπερασπίζονται ασφαλείς θέσεις. Στο σχέδιο αυτό δεν ανταποκρίθηκαν οι ντόπιοι, αφού ούτε τα μέσα είχαν ούτε ο χρόνος επαρκούσε.
Έτσι η διάταξη των ελληνικών σωμάτων κατά την 18 Φεβρουαρίου 1825, την προηγούμενη ημέρα της επιθέσεως του Ιμπραήμ, είναι η ακόλουθη: δια την πολιορκεία της Κορώνης τα σώματα είναι εγκαταστημένα επί γραμμής περί τα 2χλμ δυτικώς αυτής. Συγκεκριμένα ο γενικός αρχηγός της πολιορκίας Παναγιώτης Γιατράκος τοποθετήθηκε στον Αγ. Δημήτριο, προς βορρά κοντά στη θάλασσα με 100 άνδρες καθώς και ο Ιωάννης Καραπάυλος με 50 ντόπιους, ενώ νοτιότερα στη θέση Γερακάδες ήταν ο αδερφός του Νικόλαος Γιατράκος με τον ανιψιό τους Ανδρέα και 350 περίπου άνδρες. Ο Λιάκος Γιατράκος πήρε θέση μεταξύ Μηλίτσας και Μηναγίων, προστατεύοντας την δίοδο προς την Μηλίτσα, με μικρή δύναμη 50 ανδρών, ενώ ο Κορωναίος Δημήτρης Βοϊλας με μικρή δύναμη 30 στρατιωτών τάχθηκε στο Γρίζι. Παράλληλα, σε επίκαιρες θέσεις βρίσκονταν ο Ιωαννης Μαυρομιχάλης, που ήταν στη Μίσκα και ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης με 300 στρατιώτες, επιτηρώντας τις διαβάσεις του αυχένος Χανδρινού- Χίλια Χωριά.
Ο Βοϊλας, στις 13 Φεβρουαρίου, ενημερώνει τον Παναγιώτη Γιατράκο με επιστολή ότι «Εχθές εις τας 8 ώρας της ημέρας ακούσαμεν τρία ντουφέκια και έπεσαν εις το μέρος Γριβινζά. Ομοίως μετά παρέλευσιν ώρας δύο έξαφνα ακούσαμεν αλλά 4 ντουφέκια και τουμπελέκια. Μάλιστα έρριξαν από το κάστρο Μοθώνης και από τα καράβια επέκεινα από εκατό κανονιές. Εις το μέρος όπου ακούσαμεν τις ντουφεκιές υποπτευόμεθα μήπως και έστησαν ορδιά οι εχθροί έξω […]. Πέντε κομμάτια καράβια τραβούν δια την Κορώνην και ενδεχόμενον να ξεμπαρκάρουν ανθρώπους, μήπως και έχουν κατά νούν να κάμουν κανένα άξαφνον κίνημ Μοθωναίοι από τον εν μέρος και οι Κορωναίοι από το άλλο, δια να έχουν συνκοινωνίαν τούτου του μέρους τα δύο κάστρια». Σε αυτές τις άσχημες συνθήκες για την ελληνική επανάσταση ο Στρατηγός Παναγιώτης Γιατράκος στέλνει επιστολή προς την Διοίκηση, στις 15 Φεβρουαρίου 1825, γράφοντας τα εξής: «Σεβαστή υπερτάτη Διοίκησις, Ο απροσδόκητος εμφανισμός του εχθρικού στόλου εις τα παράλια ταύτα, και το απροπαρασκεύαστον επομένως, και αι απασχολήσεις μου εις την άοκνον ενέργειαν των απαιτούμενων εις προκαταλάβην των αναγκαίων και υπόπτων θέσεων, δεν μ΄έδωσαν καιρό να ιδεάσω την Σεβ. Διοίκησιν δι΄αναφοράς μου τον εμφανισμόν και απόβασιν εις Μοθώνην των εχθρών, εβίασα δε τον έπαρχον της επαρχίας ταύτης να ιδεάση ταύτα. Δια της παρούσης μου δε αναφερόμενος ιδεάζω την Σεβ. Διοίκησιν τα εφ΄εξής κινήματα των εχθρών και την κατάστασιν των ενταύθα Την Παρασκευήν μας ειδοποίησεν η εις Γρίζι προφυλακή μας ότι πέντε εχθρικά πλοία έκαμαν πανιά και έπλεον δια Κορώνην, αφου δε ήλθον εις τα νησιά, είδον δυο πλοία ανοικτά εις την θάλασσαν και ειδοποίησαν διά σημείων και τα εις την Μοθώνην αραγμένα, οι καπετάνιοι τον έκαμαν σημεείον και αμέσως έκαμαν όλα πανία διευθυνόμενα κατά των φαινομένων δύο πλοίων… Την απόβασιν εις Μοθώνην των εχθρών και ότι εκτός του φρουρίου έστησαν υπέρ τας τετρακόσιας σκηνάς, πληροφορούμεθα εκ Νεοκάστρου. Χθές από την εις Μηνάγια προφυλακήν μας επληροφορήθημεν ότι μέρος από τους εχθρούς έφιπποι και πεζοί εξήλθον ξεπατούντες τον τόπον και επροχώρησαν εως τον Άγιον Ηλίαν εις τα Χίλια Χωριά. Επηραν μίαν στάνην και δύο βόδια, εκεί ευρέθη και ο καπετάν Αδάμης Κορέλλας με πέντε στρατιώτας και τους εκτήπησεν, ομοίως και μερικοί Σουληναρέοι και Ρωμηρέοι, με μεγάλην δε αψυχίαν ετράπησαν αμέσως εις τοιαύτην φυγήν οι εχθροί, ώστε οι δικοί μας εσκότωσαν ένα και έπιασαν και δύο ζώντας. Έστειλα δια να φέρουν εδώ τους ζωγρηθέντας να εξετασθούν και εισέτι δεν ήλθον οι άνθρωποι μου να πληροφορηθώ. Εις τα ενταύθα άμα εμφανισθέντων των εχθρικών πλοίων, ήλθον με μέρος στρατιωτών των οι αυτάδελφοι μου στρατηγός Νικολάκης και χιλίαρχος καπετάν Λιάκος… Αμέσως έγραψα εις Αρκαδίαν και προς τον εκλαμπρότατον κύριον Ιωάννη Κωλέττην, δεν ηξεύρω δε αν τον πρόφθασε το γράμμα μου, δια να διατάξη συντόμως τα εκεί στρατεύματα της Σεβ. Διοικήσεως και όσα απαιτούσεν η παρούσα περίστασις. Έγραψα και προς τον στρατηγό Ίωάννην Μαυρομιχάλην να εκκινήση και τα εις την Μεσσηνίαν στρατεύματα της Σεβ. Διοικήσεως, και τους εγκατοίκους αυτών των επαρχιών. Εγώ δεν εγδυνάμωσα το κατά την πολιορκίαν του φρουρίου (Κορώνης) στρατόπεδον, ήτις εισέτι διατηρήται εις τα θέσεις Αγίου Δημητρίου και Γιαρακάδων, ωχύρωσα την προφυλακήν Γριζίου και διώρισα τους εντοπίους να πιάσωσι και τα θέσεις Μηλίτσας και Μηνάγια. Και καθ ΄όσον ηδυνάμην ενήργησα όσα απαιτούνται εις προφύλαξιν και ασφαλειαν της επαρχίας ταύτης. Το δε πόσα υπέφερα και οσήμεραι υποφέρω δια την οικονομίαν των στρατιωτών και διευθέτησιν των πραγμάτων, ενώ η Σεβ. Διοίκησις είναι καλώς πληροφορημένη το ενταύθα ανοικονόμητον και ηξεύρει εις τα όσα εις τοιαύτας περιστάσεις αναγκαία, είναι περιττόν να περιτολογώ. Προσθέτω ότι εως ώρας καμμίαν βοήθειαν δεν είδον. Αι της Μοθώνης θέσεις εισέτι απροφύλακτοι αποκαθιστούν αποκαθιστούν και τα εδώ επικίνδυνα. Ήτον δίκαιον αφού επι τοσούτον καμμία βοήθεια, ούτε στρατιωτική δύναμις δεν εφάνη, να τραβήξω την πολιορκίαν εις άλλα απωτέρω του φρουρίου δυνατότερα χωριά. Επειδή όμως η διατήρησις αυτής και τους εχθρούς φοβίζει και κάμνει προσεκτικώτερους εις τα κινήματά των, και τους εγκατοίκους της επαρχίας δίδει καιρόν να ασφαλίζουν τας φαμελιάς των και τα πράγματα των εις τα οποία όλοι εν γένει καταγίνονται και εισέτι δεν εσυνάχθησαν, διορίσας τας αναγκαίας προφυλακάς και επαγρυπνών καθ΄όλα τα χρειώδη, διατηρώ την πολιορκίαν εις τα άνωθεν χωρία. Ευελπίς εις την ευχήν της Σεβ. Διοικήσεως ότι δεν θέλει με ακολουθήση κανέν απευκταίον, και με την απόφασιν να μην αποχωρήσω από αυτάς τα θέσεις, εκτός αν, αφού επέλθουν εναντίον μου οι εχθροί πολεμήσας νικηθώ και αναγκασθώ στανικώς μου ν΄αναχωρήσω».
Η επιστολή αυτή δείχνει καθαρά πως ο στρατηγός Π. Γιατράκος, εάν και δεν έχει τις απαιτούμενες στρατιωτικές δυνάμεις, θέλει να «περιορίσει» τον εχθρό σε συγκεκριμένο γεωγραφικό πλαίσιο, τοποθετώντας προφυλακές σε σημεία κλειδιά, όπως στο Γρίζι και στα Μηνάγια, ώστε να εμποδίσει το πέρασμα του εχθρού, τόσο από την νότια πλευρά όσο και από την βόρεια της νοτιοδυτικής Μεσσηνίας, στην ενδοχώρα της Μεσσηνίας και κατ΄ επέκταση στην ενδοχώρα του Μοριά. Όμως η κατάσταση των Ελλήνων ήταν σχεδόν απελπιστική καθώς οι δυνάμεις ήταν άνισες, εκ πρώτης όψεως ήταν 7 προς 1, στην πραγματικότητα όμως υπολείπεται και του 40 προς 1, διότι μόνο οι ελληνικές προφυλακές θα αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις του Ιμπραήμ.

Οι πρώτες κινήσεις των Αιγυπτίων

 Ο Ιμπραήμ αφού ολοκλήρωσε την αποβίβαση των στρατευμάτων του και την εγκατάσταση τους σε καταυλισμό εκτός του φρουρίου, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, αρχίζοντας αμέσως κινήσεις αναγνωρίσεως τόσο προς το Νεόκαστρο, όσο και προς ανατολάς, για συλλογή πληροφοριών. Βάση των συλλεγουσών πληροφοριών περί των ελληνικών αμυντικών θέσεων, καταρτίζει λεπτομερές και απολύτως συντονισμένο σχέδιο ενεργειών, σαν να πρόκειται να αντιμετωπίσει ισοδύναμες δυνάμεις.
 Ενδεδειγμένο λοιπόν ήταν να καταλάβει το Νεόκαστρο και την πολιορκούμενη από τους Έλληνες Κορώνη. Από τα δύο φρούρια σπουδαιότερο ήταν το πρώτο, καθώς ήταν πιο οχυρό και παράλληλα είχε το σημαντικό πλεονέκτημα του μεγάλου και προφυλαγμένου λιμανιού, όπου μπορούσε να εξασφαλισθεί καταφύγιο στον αιγυπτιακό στόλο, επικοινωνία των κατά την ξηρά με τις κατά θάλασσα δυνάμεις και ασφαλείς ανεφοδιασμός του αποβατικού σώματος. Έτσι από την αρχή ο Ιμπραήμ έστρεψε την προσοχή του προς το Νεόκαστρο.
 Την πρώτη κιόλας μέρα μετά την απόβαση, 13 Φεβρουαρίου 1825, πήρε 150 ιππείς και μερικούς Τούρκους της Μεθώνης και έκανε ο ίδιος αναγνώριση, φθάνοντας λίγο έξω από τα τείχη του Νεοκάστρου. Η φρουρά, όταν εκείνος πλησίασε πολύ, τον πυροβόλησε. Στη συνέχεια η φρουρά του Νεοκάστρου, βλέποντας ότι οι βλέψεις του Ιμπραήμ στρέφονται προς αυτό το φρούριο, έγραψε δύο αλλεπάλληλες εκκλήσεις, στις 13 και 14 Φεβρουαρίου 1825, προς την κυβέρνηση για βοήθεια.
 Παράλληλα ο Ιωαννής Κολέττης είχε διατάξει τον Κίτσο Τζαβέλα, που βρισκόταν στα Φιλιατρά, να τρέξει να βοηθήσει. Πράγματι, εκείνος έσπευσε στις 13 του ίδιου Μήνα με 500 άνδρες, αφού ειδοποίησε και τους άλλους Ρουμελιώτες αρχηγούς, Μήτσο Κοντογιάννη, Γεώργιο Καραϊσκάκη, Ανδρέα Ίσκο, Βάσο Μαυροβουνιώτη, που βρίσκονταν στην Αρκαδία, να τον ακολουθήσουν με όλη τους τη δύναμη ή τουλάχιστον να στείλουν ένα μέρος από τα στρατεύματα τους. Δεν τον ακολούθησαν όμως οι άλλοι, παρά μόνο ο Κωνσταντίνος Γιολδάσης, ενώ στις 16 Φεβρουαρίου 1825 έφθασε και μπήκε στο φρούριο ο Π. Κοσσονάκης.
 Μπροστά στο Νεόκαστρο άρχισαν τότε οι πρώτες αψιμαχίες, κατά τις οποίες οι Έλληνες σκότωσαν μερικούς Αιγυπτίους και συνέλαβαν αρκετούς άλλους και μαζί τον αρχιιπποκόμο του Ιμπραήμ. Όμως αυτοί που έτρεψαν να βοηθήσουν από κοντινές θέσεις των Ελλήνων, πολύ γρήγορα αισθάνθηκαν έλλειψη από τρόφιμα και καθώς ακούσθηκε ότι φθάνουν οι Μανιάτες, ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Κωνσταντίνος Γιολδάσης, άφησαν μόνον 100 άνδρες μέσα στο φρούριο του Νεοκάστρου και την 17η Φεβρουαρίου 1825 βγήκαν και επέστρεψαν στα Φιλιατρά.
 Λίγες ημέρες πριν, πιθανότατα την 13η Φεβρουαρίου, έφυγε και ο Κωλέττης από την Αρκαδία, ύστερα από επίμονες προσκλήσεις του Εκτελεστικού να γυρίσει στο Ναύπλιο και να αναλάβει τη θέση του στη Διοίκηση. Αυτός, αντίθετα, ήθελε να μείνει εκεί και είχε γράψει στο Εκτελεστικό να του δώσει την άδεια να κινήσει στρατεύματα εναντίον του Ιμπραήμ.




 Ευτυχώς όμως για τους Έλληνες, ο Ιμπραήμ δεν ήταν πληροφορημένος για την κατάσταση του Νεοκάστρου, δεν ήξερε την αδυναμία του και την εγκατάλειψη του, καθώς ήταν επηρεασμένος από την εξωτερική του όψη. Έβλεπε ότι για να καταλάβει το φρούριο αυτό έπρεπε να το πολιορκήσει, αλλά δεν είχε επαρκείς δυνάμεις ούτε πολιορκητικό πυροβολικό. Έπρεπε λοιπόν να περιμένει να έρθουν από την Κρήτη και άλλες δυνάμεις και περισσότερα πολεμικά μέσα. Αντίθετα, το φρούριο της Κορώνης βρισκόταν σε τουρκικά χέρια, αλλά ήταν πολιορκημένο από τους Έλληνες. Οι ίδιοι οι πολιορκημένοι του ζήτησαν να διαλύσει την πολιορκία, καθώς ήταν σε άσχημη θέση. Το έργο αυτό ήταν για τον Ιμπραήμ πολύ πιο εύκολο, αφού θα αντιμετώπιζε τους Έλληνες σε ανοικτό πεδίο όπου θα είχε το αναμφισβήτητο πλεονέκτημα του τακτικού στρατού και χωρίς άλλη προσπάθεια θα γινόταν κάτοχος και δεύτερης οχυρής θέσης. Άφησε λοιπόν το Νεόκαστρο και στις 18 Φεβρουαρίου 1825 άρχισε επιχειρήσεις εναντίον των πολιορκητών της Κορώνης. Το φρούριο αυτό, όπως είδαμε, κάλυπταν οι δυνάμεις του στρατηγού Παναγιώτη Γιατράκου. Αυτός, από την ημέρα της απόβασης του Ιμπαρήμ, είχε βάλει προφυλακές στο Γρύζι, στα Μηνάγια και στη Λογκά.
 Ο Νικόλαος Γιατράκος, που κρατούσε την Λογκά, ακούγοντας ότι ο εχθρός έφθασε ως τα Βουνάρια και περιμένοντας να δεχθεί επίθεση, έγραψε στις 15 Φεβρουαρίου στον Διονύσιο Μούρτζινο να του στείλει 500 δεκάρια φυσίγγια και να τρέξει σε βοήθεια. Έτσι, από την ελληνική πλευρά, ως την ημέρα που άρχιζε ή επίθεση του Ιμπραήμ, δεν είχε γίνει τίποτε άλλο εκτός απ΄ όσα λίγα έκαμαν από δική τους πρωτοβουλία οι Γιατράκοι. Οι άλλοι αρχηγοί τους έγραφαν ότι έρχονται, αλλά κανείς δεν έτρεξε κοντά τους και έτσι έμειναν μόνοι τους και με μερικούς Κορωναίους υπό τον Ηλία Καραπαύλο.
 Η διαταγή του εκτελεστικού για την διοργάνωση των πολιορκιών της Κορώνης και της Μεθώνης έφθασε στα χέρια του Παναγιώτη Γιατράκου μόλις τη νύχτα της 18ης Φεβρουαρίου και ενώ πλέον οι Αιγύπτιοι είχαν ξεκινήσει εναντίον του. Ο Γιατράκος, σύμφωνα τώρα με την διαταγή κάλεσε άλλη μια φορά τους οπλαρχηγούς να τρέξουν, αλλά αυτοί άρχισαν να φθάνουν μετά από 10 ημέρες, ενώ παράλληλα καθυστέρησε να φθάσει από το Ναύπλιο ο φροντιστής, αρμόδιος για τη μισθοδοσία και τα πυρομαχικά. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Νικόλαος Γιατράκος ζήτησε από τους ντόπιους να τον οικονομήσουν για οκτώ ημέρες, αλλά αυτοί δεν φάνηκαν πρόθυμοι.

Η μάχη στα Κάτω Μηνάγια και η μετέπειτα κινήσεις των αντίπαλων δυνάμεων

Βάση των πληροφοριών σχετικά με τις αμυντικές θέσεις των Ελλήνων, ο Ιμπραήμ καταρτίζει σχέδιο το οποίο προβλέπει αιφνιδιασμό των Ελληνικών δυνάμεων με ταυτόχρονη νυχτερινή ενέργεια επί των κατευθύνσεων Μηλίτσα και Γρίζι, όπου βρίσκονται οι προφυλακές των Ελλήνων, με τελική σύγκλιση των δύο φαλάγγων στο χωριό Βουνάρια, ώστε να αποκόψει τα ελληνικά σώματα που πολιορκούν την Κορώνη.
Έτσι, οι Αιγύπτιοι αιφνιδιαστικά, μέσα στην νύκτα τις 18ης Φεβρουαρίου, οδηγούμενοι από τους Τούρκους της Μεθώνης, προχώρησαν ανατολικά στην ενδοχώρα της περιοχής με κατεύθυνση προς το φρούριο της Κορώνης. Οι Αιγύπτιοι επήλθαν χωρισμένοι σε δύο φάλαγγες. Η πρώτη βάδισε κατευθείαν από τη Μεθώνη προς την Κορώνη μέσω Γριβιτσών, ενώ η άλλη κινήθηκε βορειότερα, περνώντας από Μεσοχώρι και Μεχμέτ Ρέϊζι, σχεδόν έτσι παράλληλα με την πρώτη και με σκοπό να κτυπήσει πιο ψηλά, ώστε να αποκόψει τις ελληνικές πολιορκητικές δυνάμεις που βρίσκονται μεταξύ Μηναγίων και Μηλίτσας. Η βόρεια φάλαγγα πιθανότατα δεν ξεκίνησε από το στρατόπεδο της Μεθώνης, αλλά από περιοχή κοντά στο Νεόκαστρο και ίσως ήταν οι προφυλακές που είχαν προωθηθεί ως εκεί τις προηγούμενες ημέρες.
Σοβαρότερη φάλαγγα ήταν η πρώτη καθώς την αποτελούσαν τέσσερα τάγματα πεζικού, 400 ιππείς και αρκετοί Τούρκοι της Μεθώνης, ενώ αρχηγός της ήταν ο ίδιος ο Ιμπραήμ. Και οι δύο φάλαγγες προχώρησαν μέσα στην νύκτα της 18ης -19ης Φεβρουαρίου χωρίς να τις αντιληφθούν οι Έλληνες. Η απόσταση μέχρι τους πρώτους πολεμικούς στόχους υπερβαίνει τα 15 χιλιόμετρα και η νυκτερινή κίνηση επί ημιονικών και λασπωδών, λόγω του Χειμώνα, δρομολογίων είναι δυσχερής και βραδεία για τους Αιγυπτίους. Έτσι η πρώτη επαφή με τις προφυλακές των Ελλήνων γίνεται την αυγή της 19ης Φεβρουαρίου (ημέρα Πέμπτη). Η πρώτη φάλαγγα επιτέθηκε αιφνιδιαστικά την αυγή της 19ης Φεβρουαρίου στην προφυλακή που βρισκόταν στο Γρίζι. Η προφυλακή των Ελλήνων που ήταν εκεί, γύρω στους 30 στρατιώτες, μόλις είδαν την ισχυρή δύναμη των Αιγυπτίων ξαφνικά μπροστά τους, δεν πρόβαλαν καμία αντίσταση και ίσα που πρόλαβαν να διαφύγουν και να υποχωρήσουν στα γύρω βουνά. Οι Αιγύπτιοι έπιασαν εκεί δύο ηλικιωμένες και καμιά δεκαριά χωρικούς στα χωράφια και τους κατακρεούργησαν.
Η άλλη φάλαγγα κτύπησε βορειότερα την ισχυρότερη αριθμητικά προφυλακή της Μηλίτσας που βρισκόταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τους χάρτες της εποχής, ανατολικά της Μηλίτσας και νότια των Μηναγίων. Το τοπωνύμιο αυτό σήμερα ονομάζεται «στου Λια το μνήμα» (αξίζει να σημειωθεί ότι την δεκαετία του 1930 βρέθηκαν στην συγκεκριμένη περιοχή ανθρώπινα οστά). Αυτή τη θέση κρατούσαν ο στρατηγός Λιάκος Γιατράκος και μερικοί ντόπιοι. Οι τελευταίοι, μόλις αντίκρισαν τους εχθρούς, εγκατέλειψαν τη θέση και έτρεξαν να σώσουν τις οικογένειες τους. Ο Λιάκος, αν και τον άφησαν μόνο, περίπου με 50 στρατιώτες του, έμεινε και πολέμησε προβάλλοντας απεγνωσμένη αντίσταση, προξενώντας στον εχθρό αρκετές απώλειες, παρότι το σώματα του ήταν μικρό σε σχέση με την πολυπληθέστερη δύναμη των Αιγυπτίων. Βλέποντας όμως ότι δεν θα μπορούσε να κρατήσει επί πολύ την πίεση του εχθρού, που μάλιστα διέθετε και ιππικό, υποχώρησε πολεμώντας. Κατά την μάχη ο Λιάκος έχασε 5 παλικάρια του και είχε και δύο τραυματίες. Ανάμεσα στους νεκρούς συντρόφους του ήταν και ο εξάδελφος του Αθανάσιος Αποσποράκος Τσαούσης.

 Ο αρχηγός των εκεί ελληνικών δυνάμεων στρατηγός Παναγιώτης Γιατράκος βρισκόταν πιο πίσω, στο στρατόπεδο πολιορκίας της Κορώνης. Ήταν αυγή ακόμη όταν έλαβε την είδηση ότι οι Αιγύπτιοι ανέτρεψαν την αντίσταση του αδελφού του Λιάκου και εξεβίασαν τη δίοδο προ τη Μηλίτσα. Αμέσως απέσυρε δυνάμεις από τον Άγιο Δημήτριο και από τους Γερακάδες και έτρεξε προς τα Βουνάρια για να τους ανακόψει. Στον δρόμο όμως έμαθε ότι η πρώτη είδηση ήταν ψεύτικη και ότι ο Λιάκος κρατούσε ακόμη τη δίοδο προς την Μηλίτσα. Αμέσως του έστειλε για βοήθεια τον άλλο αδελφό Νικολάκη με το σώμα του και μερικούς Κορωναίους με τον Ηλία Καραπαύλο. Ο ίδιος ακολούθησε αργότερα με τις υπόλοιπες δυνάμεις, αλλά δεν πρόλαβε.




 Σε επιστολή που στέλνει ο στρατηγός Π. Γιατράκος προς την Διοίκηση γράφει σχετικά με τη μάχη αυτή: «Εις δε Μηλίτζαν όπου ήτον ο αυταδελφός μου καπετάν Λιάκος φιλοτιμηθείς με όλον ότι οι εκεί διωρισμένοι εντόπιοι κατέφυγον εις προφύλαξιν των φαμελιών των, συνεκρότησε πόλεμον μετά των εχθρών. Ήτον όμως αδύνατον με ολίγους και ανεφοδίαστους στρατιώτας να εμποδίση την δίοδο των εχθρών, οίτινες νυκτός ως άνωθεν ήσαν προχωρημένοι, αντεστάθη όμως εις την ιππικήν δύναμιν του εχθρού, καθ΄όσον ηδυνήθη, και πολεμών ανεχώρησεν. Εις αυτήν την συμπλοκήν έπεσαν εις εξάδελφος μας Αθανάσιος Αποσποράκος Τσαούσης του εξ. στρατηγού Γεωργάκη (Γιατράκου) και άλλοι τέσσαρες και δύο επληγώθησαν, εφονεύθησαν δε και από τους εχθρούς αρκετοί, ένα των οποίων σκότωσε ο φονευθείς Αποσποράκος.»
 Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεσης εκδουλεύσεων του ιδίου του Λιάκου Γιατράκου του 1833, στην οποία γράφει χαρακτηριστικά σχετικά με την μάχη αυτή: «Εις την απόβασην του Ιμπραήμ εις Μεθώνην, τοποθετηθείς εις Μηλίτσαν, επολέμησα μετά των εκεί παρευρεθέντων κατ΄ αυτού επερχομένου, ένθα εφονεύθη ο εξαδελφός μου Αθανάσιος Αποσποράκος, εφονεύθησαν δε και επληγώθησαν και άλλοι στρατιώται μας, αλλά΄ ολίγοι προς πολλούς δεν ηδυνήθημεν να εμποδίσωμεν την δίοδον του εχθρού, όθεν αποσυρθέντες ετοποθετήθημεν εις διαφόρους θέσεις ομού με τα λοιπά σώματα διαφόρων οπλαρχηγών.» Σε άλλο σημείο της ίδιας έκθεσης γράφει: «Κατά το έτος 1825 παρευρεθήν εις Μοθωκόρωνα επι του χωρίου Μηλίτσας και Γαμπριάς ωσαύτως μετ΄εξακοσίων, εξ ων εμισθοδότουν 50 προς 60 γρόσια κατά μήνα, μείναντες εκεί επί 5 μήνας, προς τους οποίους εδαπάνησα γρόσια 15.000, όπου τότε εισέβαλε ο Ιμπραήμης και πολεμήσαντες, εφονεύθησαν ο εξάδελφός μου Αθανάσιος Αποσποράκος και άλλοι πατριώται μου.»
 Η νότια φάλαγγα του εχθρού, αφού ανέτρεψε την προφυλακή στο Γρίζι, στράφηκε προς Βορρά, πέρασε από το Χωματερό και το βράδυ μπήκε στα Βουνάρια. Η βόρεια, αφού απώθησε την προφυλακή του Λιάκου Γιατράκου, προέλασε μέσω Μηλίτσας προς νοτιοανατολικά και συνενώθηκε με τη νότια. Οι πολιορκητές της Κορώνης υπό τους Παναγιώτη και Νικό Γιατράκο και Ιωανν. Καραπαύλο, καθώς και οι ευρισκόμενοι στα Βουνάρια μετά του έπαρχου Δημ. Βυζαντίου, ειδοποιηθέντες περί της εχθρικής προελάσεως κινήθηκαν εσπευσμένος προς Λογκά, ενώ οι Αιγύπτιοι προωθήθηκαν ως τα Καστέλια. Έτσι απώθησαν τους Έλληνες, τους απέκοψαν από την Κορώνη και απέκτησαν επαφή με αυτή.
 Στη Λογκά έφθασε προς τους Γιατράκους η πρώτη επικουρία, ο Αναστάσης Μαυρομιχάλης, ένας από τους γιούς του Πετρόμπεη. Ενισχυμένοι κάπως τώρα σκέφθηκαν να αναλάβουν πρωτοβουλία και να κτυπήσουν τον εχθρό την ίδια νύκτα ή να κλεισθούν στον πύργο της Λογκάς και να απασχολήσουν από εκεί. Μη έχοντας όμως τροφές και πολεμοφόδια, οι στρατιώτες δεν φαίνονταν καθόλου πρόθυμοι να συνεχίσουν τον αγώνα και να κλεισθούν πεινασμένοι και ανεφοδίαστοι μέσα σε πύργο. Οι Μανιάτες άρχισαν να διαρρέουν και οι αρχηγοί με δυσκολία συγκρατούσαν τα σώματα τους. Ματαιώθηκε λοιπόν το σχέδιο αυτό και οι αρχηγοί με έχοντας τι άλλο να κάνουν απέσυραν τη νύχτα εκείνη τα σώματά τους, χωρίς να τους καταλάβουν οι εχθροί, και εγκαταστάθηκαν στο Χαϊκάλι, ενώ το άλλο πρωί, 20 Φεβρουαρίου, οι Αιγύπτιοι κατέλαβαν τη Λογκά.
 Ο έπαρχος Κορώνης Βυζάντιος μαζί με τους αμάχους μεταβαίνει την ίδια μέρα, 19 Φεβρουαρίου 1825, από τη Λογκά στο Πεταλίδι και εν συνεχεία αργά την νύχτα φθάνει στο Νησί. Σε επιστολή που στέλνει ο ίδιος προς τον Υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1825
 Ο έπαρχος Κορώνης Κωνστ. Χαντζή- Ασλάνης Βυζάντιος σε επιστολή που στέλνει προς τον Υπουργό Εσωτερικών, με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1825, γράφει χαρακτηριστικά: «Το δε πρωί τη 19 Φεβροαρίου εφάνησαν οι εχθροί εκστρατεύοντες. Η βάρδια, οπού ευρίσκετο εις την θέσιν του Γριζίου, μας έδωσε την είδησιν ότι οι εχθροί επάτησαν την Μηλίτζαν (χωρίον μεταξύ Μοθώνης και Κορώνης). Ευρίσκοντο έως 50 στρατιώται του εξ. Π. Ιατράκου, οι οποίοι εντεπαρετάχθησαν εις την ορμήν των εχθρών και εθανατώθησαν εξ΄αυτών εξ , άδεται ΄λογος ότι έπιασαν και ζωντανούς εως 10. Εκείθεν επροχώρησαν εις χωρίον ονομαζόμενον Δοστ αγά της Κορώνης. Οι στρατηγοί Ιατρακαίοι αντεπαρετάχθησαν ολίγον, όμως τι ηδύνατο να κάμουν 5 προς 100, οι οποίοι βλέποντες την ορμήν του εχθρού και το πλήθος ετραβήχθησαν οπίσω εις χωρίον Λογγα. Οι δε εχθροί εμβήκαν εις Βουνάρια και Καστέλλια. Και αν δεν εποφθάναμεν ν΄αναχωρήσωμεν, όλους μας έπιαναν ζωντανούς. Έκαυσαν μ΄όλον τούτο το χωρίον Δοστ αγά και τάς εκκλησίας των Βουναρίων. Εν μίστικον σπετζιώτικον, το οποίον παρέπλεεν έξω των Βουναριών και Κατελλίων, διέσωσε μερικάς γυναίκας και παιδιά όπου έμειναν εις τα αυτόθι παράλια. Ημέις δε εφθάσαμεν πεζοί εις Λογγά. Άλλ΄επειδή και το αυτό χρίον ήτον αδύνατον δια ν αβαστάση τόσους, ετραβήχθημεν οπίσω εις Πεταλίδι. Μάθόντες δε ότι και οι εν τη Λογγά ευρισκόμενοι στρατιωτικοί ετραβήχθησαν εις Χαϊκάλι, φοβούμενοι μήπως μας πιάσουν έμπροσθεν το Πεταλίδι, ετραβήχθησαν πε΄ρι τα μεσάνυκτα εις νησί. τούτο μόνον, ότι ο λαός εγλύτωσεν όλος εκτός ολίγων τινων, οι οποίοι ευρίσκοντο εις Αγιανδριάδας και εις Βουναροκάστελλα. Οι στρατηγοί και όλοι οι οπλαρχηγοί ευρίσκονται εις Χαϊκάλι…»
 Η κατάσταση ήταν απελπιστική για τους Έλληνες, καθώς οι στρατιώτες ήταν νηστικοί και ανεφοδίαστοι και έβλεπαν πως είχαν αφεθεί μόνοι χωρίς καμία υποστήριξη μπροστά στον εχθρό, ο οποίος ήταν αριθμητικά πολύ μεγαλύτερος και ποιοτικά ανώτερος. Και όμως εκεί γύρω, όχι μακριά από τα μέρη όπου είχαν συναφθεί οι άτυχες για τους Έλληνες πολεμικές συμπλοκές, βρίσκονταν σημαντικές ελληνικές δυνάμεις που έμεναν αμέτοχες στον αγώνα. Πολύ κοντά, στη Μίσκα, ήταν ο Γιάννης Μαυρομιχάλης, ενώ σε άλλα πλησιόχωρα μέρη ήταν ο Ηλίας Κορμάς με 200 Ανδρουσάνους και ο Δημήτριος Κεφάλας. Αυτοί, αν και είχαν λάβει στο μεταξύ την διαταγή δεν έτρεξαν να βοηθήσουν. Λίγο πιο μακριά ήταν ο Μαυροβουνιώτης και οι άλλοι Ρουμελιώτες αρχηγοί, ενώ ο Μούρτζινος, που ερχόταν από τη Μάνη, βρισκόταν ακόμη στο δρόμο. Σε όλους αυτούς έστελναν οι Γιατράκοι γράμματα, ώστε να σπεύσουν τάχιστα σε βοήθεια. Για άλλη μια φορά, μετά την εγκατάλειψη της Λογκάς στις 20 Φεβρουαρίου 1825, ο Παναγιώτης Γιατράκος τους έγραψε ζητώντας τους να στείλουν τουλάχιστον ένα μέρος από τους άνδρες τους για να εμψυχωθούν οι αποκαρδιωμένοι στρατιώτες του και να του δανείσουν τροφές και εφόδια, χωρίς όμως άμεσο αποτέλεσμα. Απελπισμένος από αυτή την κατάσταση ο Π. Γιατράκος στέλνει τον αδελφό του Νικολάκη προς τον Γιάννη Μαυρομιχάλη. Οι δύο τους πάλι ειδοποίησαν τον Κορμά και τον Δημήτριο Κεφάλα και αυτοί μέσα σε μια ημέρα κατόρθωσαν να κινητοποιήσουν πάνω από 400 άνδρες. Με αυτούς ξεκίνησε την 21η Φεβρουαρίου 1825 ο Νικολάκης Γιατράκος για να πάει να βοηθήσει τον αδερφό του Παναγιώτη Γιατράκο, αλλά δεν πρόλαβε.
 Οι Αιγύπτιοι όμως δεν περίμεναν, καθώς προωθήθηκαν και πάλι μέσα στη νύκτα, την αυγή της 21ης Φεβρουαρίου, αιφνιδίασαν και κατέβαλαν δύο από τις ελληνικές προφυλακές, ενώ το ελληνικό σώμα ειδοποιήθηκε για τον κίνδυνο μόλις την τελευταία στιγμή από την τρίτη προφυλακή, που γλύτωσε την τελευταία στιγμή. Επακολούθησε μεγάλη σύγχυση και οι αρχηγοί κάλεσαν τους στρατιώτες να καταλάβουν θέσεις, μα αυτοί αρνήθηκαν να υπακούσουν, αρχίζοντας να φωνάζουν ότι δεν πολεμούν χωρίς πολεμοφόδια. Μέσα σε αυτές τις άσχημες συνθήκες το ελληνικό σώμα άρχισε να διαρρέει, καθώς οι άνδρες άφηναν το στρατόπεδο και έφευγαν προς το βουνό. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, με υπέρτατη προσπάθεια, με φωνές, με απειλές, με εξορκισμούς, κατόρθωσε να συγκρατήσει μερικούς και με αυτούς τους λίγους έπιασε μια οχυρή θέση. Μόλις πρόλαβε και αμέσως όρμησαν εναντίον τους οι Αιγύπτιοι σωρηδόν και χωρίς προφυλάξεις, όμως οι άντρες του Γιατράκου τους απέκρουσαν και σκότωσαν έξι Αιγύπτιους. Ήταν όμως πολύ λίγοι και έβλεπαν ότι οι δικοί τους, που είχαν φύγει από πριν, βρίσκονταν κιόλας τόσο μακριά που να μην μπορούν να τους βοηθήσουν. Έτσι ο Ιμπραήμ προσβάλει και διασκορπίζει τα εις Χαϊκάλι συμπτυχθέντα σώματα των Γιατρακαίων και του Αναστ. Μαυρομιχάλη, τα οποία αναγκάσθηκαν να αποσυρθούν και στη συνέχεια ενώθηκαν με το σώμα του Γιάννη Μαυρομιχάλη στη Μίσκα. Ο Ιμπραήμ παράλληλα συνεχίζει την προέλαση του και φθάνει ανέυ αντιστάσεως μέχρι το Πεταλίδι.
 Σε επιστολή του ο Παναγ. Γιατράκος γράφει χαρακτηριστικά: « Την 21 Φεβρουαρίου, με τα ξημερώματα, οι εχθροί ήλθον καθ΄ημών. Από τας δύο προφυλακάς μας δεν εννοήθησαν, από δε την τρίτην αφού μας εδόθη η είδησις, εφώναξα: όλοι εις τα άρματα να απαντήσωμεν τον εχθρόν. Οι στρατιώται όλοι ανεβόησαν ότι χωρίς φουσέκια δεν ημπορούν να κάμουν πόλεμον και αντί δια εμπρός ετράπησαν εις φυγή προς το όρος (το βουνό Λυκόδημο). Εις μάτην τους εφώναξα, εκλιπαρών και εξορκίζων να σταθώσιν, ολίγοι εφιλοτιμήθησαν και εστάθησαν μαζί μου και επιάσαμεν εν μέρος επιτήδειον. Οι εχθρόι σωρηδόν ήρχοντο απροφύλακτοι και αφού απ΄εκεί τους εκτυπήσαμεν, έπεσαν υπέρ τους εξ, ως τινών ακόμη σώζονται τα πτώματα των εις τα μέρη. Όντες δε ολίγοι, αφού οι λοιποί ούτε εις τες πλάτες μας δεν ηθέλησαν να σταθούν, πολεμούντες ανεχωρήσαμεν.»
 Από κοινού τότε οι Γιατράκοι και ο Μαυρομιχάλης αποφάσισαν να πιάσουν θέσεις στη Μίσκα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους για βοήθεια. Έφθασε όμως η φήμη πως οι εχθροί προχωρούσαν προς το Νησί και έτσι προχώρησαν προς τα εκεί αποφασισμένοι να κλεισθούν μέσα και να το υπερασπιστούν. Το Νησί όμως είχε εγκαταλειφτεί από τους κατοίκους του και πλήθος στρατιωτών από διάφορα σώματα είχε μαζευτεί εκεί. Οι νεοφερμένοι δεν μπορούσαν να βρουν ούτε κατάλυμα, ενώ επικρατούσε απερίγραπτη αταξία. Οι Μανιάτες διάρπαζαν και λεηλατούσαν την πολίχνη, ενώ οι νεοφερμένοι, νηστικοί από δύο ημέρες, καθώς βρέθηκαν σε τέτοιο περιβάλλον ήταν αδύνατο πια να συγκρατηθούν. Κανείς από τους αρχηγούς δεν μπορούσε να επιβληθεί, ενώ παράλληλα έφθασε στο Νησί από τη θάλασσα και ο Μούρτζινος με το σώμα του. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και εφόσον τα τρόφιμα δεν βρίσκονταν πουθενά, οι αρχηγοί αποφάσισαν να αποσυρθούν, πηγαίνοντας στο Αναζήρι και από εκεί έγραψαν στις γύρω επαρχίες ζητώντας υλική βοήθεια και στα ρουμελιώτικα στρατεύματα να τρέξουν σε βοήθεια.
 Παράλληλα, οι Αιγύπτιοι κατά την προέλαση τους επέφεραν μεγάλες καταστροφές, καθώς λεηλάτησαν άγρια τα χωριά που βρήκαν στον δρόμο τους και έκαψαν Μηλίτσα, Βουνάρια, Δέσταγα, Καστέλια, Χαϊκάλη, Μπαλή και Λογκά, ενώ οι κάτοικοι μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα αποσύρονταν και μόνο λίγοι βρέθηκαν στο πέρασμα τους, οι οποίοι κατακρεουργήθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Μερικούς έσωσε το σπετσιώτικο μίστικο του Αθανασίου Παλαιολούκα, που ήταν διορισμένο να περιπολεί στα παράλια της Μεσσηνίας. Από την λεηλασία οι Αιγύπτιοι αποκόμισαν σημαντικότατα ποσά σε λάδι, κρασί, οινόπνευμα, τυρί, βούτυρο και 3.000 περίπου διάφορα βοσκήματα. Ο Ιμπραήμ έτσι έφθασε μέχρι τη Λογκά, το Πεταλίδι και το Χιλιοχώρι, όπου και σταμάτησε. Γύρισε πίσω στη Μεθώνη στις 25 Φεβρουαρίου 1825, ενώ η επιχείρηση αυτή υπήρξε σχεδόν αναίμακτη για τον αιγυπτιακό στρατό και πέτυχε απόλυτα. Παράλληλα η αποσύνθεση των ελληνικών σωμάτων είναι πλήρης, καθώς χωρίς αρχηγό, χωρίς εφόδια και ηθικό διασπέιρονται πανικόβλητα όπως είδαμε στο νησί και τα γύρω χωριά, ενώ οι αιγυπτικές δυνάμεις αφού απέκτησαν την δια ξηράν επικοινωνία μεταξύ των φρουρίων Μεθώνης – Κορώνης και κατεδίωξαν τα ελληνικά σώματα πέραν του Πεταλιδίου, επέστρεψαω στο στρατόπεδο της Μεθώνης.
 Ο Ιμπραήμ δεν είχε ακόμη την πρόθεση να βγει πιο έξω από τη μεσσηνιακή χερσόνησο, οπότε θα υπήρχε ο κίνδυνος να εμπλακεί σε αγώνα με υπέρτερες δυνάμεις, να επεκτείνει δυσανάλογα τις επικοινωνίες και τις μεταφορές του και να διασπείρει τις λίγες δυνάμεις του. Ο σκοπός του προς το παρόν ήταν να διαλύσει τις πολιορκίες των δύο φρουρίων, Μεθώνης και Κορώνης και να αποκτήσει ερείσματα. Για την συνέχεια των επιχειρήσεων θα περίμενε να του έλθουν και άλλες δυνάμεις. Εγκατέλειψε λοιπόν ακόμη και μέρος από τα εδάφη που είχε καταλάβει, απέσυρε τις δυνάμεις του και από το Νεόκαστρο και τις συγκέντρωσε γύρω από τη Μεθώνη αμυντικά. Μόνο ελαφρές προφυλακές έταξε στη Λογκά και στα Βουνάρια. Πιθανότατα η τόσο φρόνιμη αυτή τακτική οφειλόταν σε άγνοια της κακής ελληνικής κατάστασης.
 Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο ειδικός μελετητής και στρατιωτικός Κωνσταντίνος Λ. Κοτσώνης σχολιάζει σχετικά με το σχέδιο Γιατράκου «καίτοι ορθόν εις την σύλληψιν, μικράν είχε πιθανότητα επιτυχίας, λόγω της συντριπτικής υπεροχής των αιγυπτιακών δυνάμεων έναντι των λίαν ασθενών σωμάτων που αντέταξαν οι αδελφοί Γιατράκοι». Ο ίδιος χαρακτηρίζει το σχέδιο αυτό «προσπάθειαν αναπληρώσεως της ελλείψεως [ανωτάτης στρατιωτικής ηγεσίας] δι΄ εκδόσεως συντονιστικών οδηγιών, κατά σύγχρονων έκφρασιν, προς ισοτίμους στρατιωτικούς αρχηγούς, δι΄ εκτέλεσιν συγκεκριμένης πολεμικής αποστολής. Η ενέργεια αυτή αποτελεί αξιόλογον προσπάθειαν εις περίοδον γενικής αβουλίας και αδράνειας, αλλά θα παραμείνει μόνον προσπάθεια».
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η επανάσταση των ελλήνων κατά το έτος 1825 βρισκόταν σε μια πολύ κρίσιμη καμπή, καθώς, πέραν της ανάδειξης των σημαντικών οργανωτικών, αριθμητικών και υλικών ελλείψεων των ελλήνων, είδαμε την ύστατη προσπάθεια των ελλήνων να διεκδικήσουν την ελευθερία τους μέσα σε απίστευτα αρνητικές συνθήκες, που κάνουν τον στρατηγό Παναγιώτη Γιατράκο να γράφει χαρακτηριστικά: «Οι παλαιο- Περσάνοι δεν με δειλιάζουν όσον με ταράσσει η αχρηματία μου, επειδή πολλά με εστενοχώρησαν οι στρατιώται μου […]. Ηγωνίσθημεν πολλάκις προς γενικήν ασφάλειαν της Πατρίδος και έχομεν και το σάβανον ζωσμένον όλη μέρα, και άλλοι όπου εμπορεύονται την Διοίκησιν και έκαμον και τόσα άλλα πρός βλάβην του εθνικού ταμείου κατά τα κέφια των, εμπαίζουν και ημάς».


Δημοσθένης Κορδός
Υποψήφιος Διδάκτωρ Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Πηγή: Ιστότοπος kato-minagia.blogspot.gr





Printfriendly