.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Οι θρυλικοί Ντρέδες της Τριφυλίας


 Το 14ο αιώνα περίπου σαράντα οικογένειες κατέβηκαν από την Ηπείρο και εγκαταστάθηκαν στους ορεινούς όγκους του Δωρίου και του Αυλώνα προκειμένου να χρησιμεύσουν ως συνοριοφύλακες του Δεσποτάτου έναντι των Φράγκων, που τότε κατείχαν την απέναντι πλευρά της Νέδας, την επαρχία Ολυμπίας, αλλά και να ενισχύσουν τον Βυζαντινό στρατό. Εκεί έφτιαξαν τα χωριά τους, τα Σουλιμοχώρια σε στρατηγικό σημείο.
 Οι Ντρέδες ήσαν ψηλοί, ρωμαλέοι, ευειδείς και φιλελεύθεροι, πάρα πολύ τολμηροί και ριψοκίνδυνοι, προσόντα που τους καθιστούσαν ανίκητους στην μάχη. Καθώς οι Τούρκοι τους φοβούνταν και δεν πλησίαζαν στα χωριά τους, αυτά είχαν μετατραπεί σε κέντρο αντίστασης. Οι προσφορά των Ντρέδων στην Επανάσταση, αλλά και στα προεπαναστατικά χρόνια, είναι τεράστια.  


Οι Ντρέδες

 Το 1380 περίπου, πληθυσμοί της Βορείου Ηπείρου κατέβηκαν νοτιότερα και έφθασαν μέχρι την Πελοπόννησο. Την περίοδο αυτή στην περιοχή της Τριφυλίας εγκαταστάθηκαν, ως έποικοι, σαράντα οικογένειες με διακόσια γυναικόπαιδα. Αυτοί ήταν Έλληνες Αρβανίτες και κατάγονταν από τους πανάρχαιους Ιλλυριούς Έλληνες της Ηπείρου. Ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι και είχαν ελληνική εθνική συνείδηση.
 Οι έποικοι αυτοί εγκαταστάθηκαν στους ορεινούς όγκους του Δωρίου και του Αυλώνα προκειμένου να χρησιμεύσουν ως συνοριοφύλακες του Δεσποτάτου έναντι των Φράγκων, που τότε κατείχαν την απέναντι πλευρά της Νέδας, την επαρχία Ολυμπίας, αλλά και να ενισχύσουν τον Βυζαντινό στρατό.  Εκεί έφτιαξαν τα χωριά τους, τα Σουλιμοχώρια. 
 Τα χωριά αυτά είναι το Σουλιμά, το Ψάρι, το Χρυσοχώρι, το Κλέσουρα, το Λάπι, το Χαλκιά, το Κούβελα, το Κατσούρα, το Ρίπεσι, το Πιτσά και η Αγριλιά.

 Το οροπέδιο του Δωρίου, στο οποίο έχουν χτιστεί τα Σουλιμοχώρια, δεν ξεπερνάει τα 120 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι ένα φυσικό κάστρο από βουνά σε σχήμα πετάλου, με δύο μόνο εξόδους προς Κυπαρισσία και άνω Μεσσηνία και η εξαιρετική θέση του, έδινε την ευχέρεια στους Ντρέδες να κινούνται άνετα προς τα Κοντοβούνια, την Καρύταινα, τη Ζούρτσα και τα βουνά της Ολυμπίας και τη Μάνη και να διαφεύγουν σε περίπτωση κινδύνου, αλλά και να προσφέρουν βοήθεια σε άλλες περιοχές, ακολουθώντας τον Γενικό Αρχηγό τους, όπου και αν τους οδηγούσε.

Το Άνω Δώριο (Σουλιμά). Τα χωριά των Ντρέδων ήταν κτισμένα σε στρατηγικό σημείο ελέγχοντας την βόρεια πεδιάδα της Μεσσηνίας

 Η δημογεροντία των Σουλιμοχωρίων είχε την έδρα της στο Σουλιμά, κατά τα διαμειφθέντα και τη συγκροτούσαν οι εκλεγόμενοι εκπρόσωποι όλων των χωριών. Έδινε λύση στα γενικότερα ζητήματα της είσπραξης των φόρων, της στρατολογίας και της συνεισφοράς, της διατροφής των ενόπλων όταν γίνονταν επιχειρήσεις μακριά από τα Σουλιμοχώρια, αλλά και για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των χωριών τους. Από την ανάμειξη δε των Βορειοηπειρωτών Χριστιανών και των εντοπίων κατοίκων του προήλθε το ακουστό γένος των ‘’Ντρέδων’’, όπως έμειναν γνωστοί στην Ιστορία οι κάτοικοι του Σουλιμά και των Σουλιμοχωρίων.
 Οι Ντρέδες ήσαν ψηλοί, ρωμαλέοι, ευειδείς και φιλελεύθεροι, πάρα πολύ τολμηροί και ριψοκίνδυνοι, πανούργοι, πείσμονες και οργίλοι, φιλέριδες και πολλές φορές αυθαίρετοι, αλλά και ειλικρινείς και σταθεροί, αγέρωχοι, γλυκόλογοι, περιποιητικοί, φιλόξενοι στο έπακρον και θρήσκοι μέχρι δεισιδαιμονίας. Αγαπούσαν υπερβολικά τους γονείς και σέβονταν τους γέροντες, ενώ ομιλούσαν και την Αρβανίτικη διάλεκτο. Η κύρια ενασχόλησή τους ήταν η άσκηση στα όπλα, η θήρα, η φροντίδα των ποιμνίων, η αρπαγή και ο πόλεμος και όταν χόρευαν κινούσαν τα όπλα τους, σημάδι της ανδρείας τους και της πολεμικής ορμής τους. Μάλιστα τακτικά περνούσαν από τις όμορφες τουρκοκρατούμενες περιοχές οπλισμένοι, χωρίς να ενοχλούνται από τους Τούρκους, γιατί τους εφοβούντο. Οι γυναίκες τους έφεραν και αυτές όπλα και χόρευαν οπλισμένες με λεβεντιά και χάρη και πιστές ακολουθούσαν τους άντρες τους στα χωράφια, στα στενοτόπια και στον πόλεμο και εμάχοντο μαζί.
 Τους Σουλιμοχωρίτες τους ονόμασαν ‘‘Ντρέδες’’ πολύ πριν από τον αγώνα του 1821. Το προσωνύμιο αυτό τους δόθηκε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας για να τονίσει την ευθύτητα του χαρακτήρα τους και την μπέσα που διέκρινε τη ράτσα τους.
Για τη σημασία της λέξεως αυτής έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις. Σύμφωνα με μία, που πιστεύω ότι είναι η ορθότερη, «Ντρες» σημαίνει ευθύς, ειλικρινής, ντόμπρος και πιθανότατα προέρχεται από την αρβανίτικη λέξη ‘‘ντρέιτ’’ που σημαίνει ‘‘ίσιος’’.  Με την πάροδο του χρόνου η έννοιά της έγινε ταυτόσημη  με τον ανδρείο, τον γενναίο, τον δυνατό, το παλικάρι. Τη γενναιότητα και την αντρειοσύνη τους οι Ντρέδες την απέδειξαν σ’  όλους τους πολέμους, όπου έλαβαν μέρος.
 Οι Ντρέδες διατήρησαν επί αιώνες τον στενό δεσμό της οικογένειας (φάρας) η οποία αποτέλεσε τη βάση της κοινωνικής διάρθρωσης του Σουλιμά και των Σουλιμοχωριτών όλα τα χρόνια της τουρκοκρατίας και διαβίωναν ανεξάρτητοι με τους δικούς τους νόμους και έθιμα.

Οι Ντρέδες στην προεπαναστατική περίοδο

 Σ’  όλο το διάστημα της Τουρκοκρατίας το Σουλιμά στάθηκε σχολείο πολεμιστάδων και ποτέ δεν λύγισε και δεν προσκύνησε! Έμεινε απτόητο και ορθό. Δεν λογάριασε τον τύραννο, είτε Τούρκος ήταν, είτε ο Ιμπραήμ Πασάς.
 Τα Σουλιμαίικα βουνά με τα δάση τους, τις χαράδρες και τις βραχώδεις εκτάσεις του ήταν τα λημέρια της Κλεφτουριάς η οποία με το ντουφέκι και το γιαταγάνι στο χέρι κράτησε ψηλά τη σημαία της φυλής μας, έσωσε την έννοια της πατρίδας, της θρησκείας και της πίστης και προετοίμασε την ανάσταση του γένους το 1821.
 Σε αυτό το απόρθητο κάστρο της πολεμικής αρετής μέσα από τα θεμέλια του, μέσα από τα σπλάχνα της ντρέδικης γης, αντρειώθηκαν ‘’ντερέκια’’ απόκοτα παλικάρια γενναία μορφές αγωνιστών που πάνω από την ζωή τους βάλανε το καθήκον προς την πατρίδα.

 Από τα μέσα του 17ου αιώνα οι Ντρέδες συνεργάστηκαν στενά με τους Σκλαβούνους του βόριου Ταΰγετου, υπερασπιζόμενοι τους κατατρεγμένους της ευρύτερης περιοχής τους και γρήγορα τέθηκαν στην υπηρεσία των Ενετών της Δυτικής Πελοποννήσου στον αγώνα κατά των τούρκων και συγκρότησαν τον πυρήνα των επικουρικών ελληνικών ταγμάτων που αποτέλεσαν τις μόνιμες φρουρές των επικίνδυνων διαβάσεων του Μοριά και τηρούσαν την τάξη και την αστυνόμευση των πόλεων και της υπαίθρου και μαζί με τους Ενετούς έδωσαν πολλές μάχες κατά των τούρκων και πολλοί Ντρέδες κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους έγιναν ξακουστοί για την παλικαριά του και απόκτησαν μεγάλο κύρος στον Μοριά. 
 
Χαρακτηριστικά μνημονεύουμε τον Νικόλαο ή Κόλια Κολιόπουλο ή Πλαπούτα που γεννήθηκε το 1735 στο Σουλιμά και το 1753 εγκαταστάθηκε στο Παλούμπα Γορτυνίας και επί 80 χρόνια αγωνίστηκε ως κλεφταρματολός με μεγάλη προσφορά στο έθνος! Ήταν πατέρας του ένδοξου στρατηγού Δημήτρη Πλαπούτα, που μοιράστηκε με τον Κολοκοτρώνη τις ένδοξες στιγμές εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, αλλά και τους θλιβερούς κατατρεγμούς αλλά και τις φυλακίσεις του. 
 Του Ιωάννη Ρούση από το Λάπι που ήκμασε ως κλεφταρχηγός από το 1762 μέχρι το 1786, που έμεινε γνωστός ως ο Αρκαδινός Τουρκοφάγος. 
 Του Γιάννη Κόρδα από το Κούβελα που με τα πέντε αδέρφια του έδρασε από 1760 έως το 1785, πήρε μέρος στην επανάσταση των Ορλώφ του 1769 και διακρίθηκε στην μάχη στα Τρίκορφα και τον εξολοθρεμό των Αλβανών το 1779. 


 Τον Δήμο Σουλιμιώτη που γεννήθηκε στο Σουλιμά το 1680 και έδρασε, ως κλεφταρματολός μέχρι τις 22 Μαρτίου 1720 που σκοτώθηκε στο Λαμπέτι της Ηλείας. Επί 2,5 έτη είχε πολύ σημαντική δράση και ανδραγάθησε το 1785 στην άμυνα του Ναυπλίου, ως αρχηγός των επικουρικών ταγμάτων μαζί με τους Ενετούς κατά την πολιορκία των τούρκων υπό τον Δαμάλ Πασά ενώ αναγνωρίστηκε ως γενικός αρχηγός των κλεφταρματολών του Μοριά και ήταν ο πρώτος που οργάνωσε συστηματικά τους κλεφταρματολούς ως ιδιαίτερη τάξη των στρατιωτικών. 
 Τον Μάρκο Ντάρα από το Ψάρι, ο οποίος διαδέχτηκε το 1720 τον Δήμο Σουλιμιώτη στην αρχηγία των Ντρέδων, αναγνωρίστηκε γενικός αρχηγός των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, με αναρίθμητα στρατιωτικά κατορθώματα, που τον ανέδειξαν ως τον μεγαλύτερο των κλεφταρματολών της τουρκοκρατίας. Δολοφονήθηκε το 1746 στο Ίσαρι της Μεγαλόπολης από τον έμπιστό του τον Αλβανό Γκόγκα για να λάβει την επικήρυξή του. 
 Τον Αλέξη Ντάρα από το Ψάρι γιο του Μάρκου που ανέπτυξε σημαντική δράση, αντάξια με εκείνη του πατέρα του από το 1760 μέχρι το 1785 που σκοτώθηκε σε μάχη με του τούρκους έξω  από την Κυπαρισσία και ως αρχηγός των Ντρέδων, πήρε μέρος στην επανάσταση των Ορλώφ του 1769, ανδραγάθησε στην μάχη στα Τρίκορφα κατά των αλβανών το 1789 και μαζί με τον Κωνσταντή Κολοκοτρώνη διετέλεσε και συναρχηγός των κλεφτών στο Μοριά και υπέγραψαν την από 10 Ιουλίου 1779 απαντητική επιστολή των Μοραϊτών κλεφτοκαπεταναίων προς τους Αλβανούς της Τριπολιτσάς. 
 Τους Γιάννη Ριπεσιώτη και Γιάννη Μπάλτα από το Ρίπεσι που ήταν ξακουστοί κλεφταρματολοί με μεγάλη δράση κατά των Τούρκων, τον Γιαννάκη Ντάβο από το Σουλιμά που έδρασε από το 1763 μέχρι το 1780, ανδραγάθησε στην μάχη στα Τρίκορφα ως υπαρχηγός των κλεφτοκαπεταναίων και ήταν περίφημος για την κλέφτικη εμπειρία του.

Οι Ντρέδες στην Επανάσταση

 Το Σουλιμά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν ελεύθερο ελληνικό έδαφος και συνεπώς το πλέον ασφαλέστερο μέρος για να γίνονται οι συσκέψεις και τα συμβούλια των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου. Εκεί συγκεντρώθηκαν ο Ζαχαριάς με τα παλικάρια του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τ’ ασκέρι του, ο Γιώργης από τον Αετό, ο Θανάσης Πετιμεζάς, ο Αναγνωσταράς, ο Πέτροβας, ο Τρίγκας, ο Νταγρές, ο Γιαννάκης Γκάζντας, ο Γιώργος Συρράκος και άλλοι για να αποφασίσουν τι έπρεπε να κάνουν μετά τον σκληρό διωγμό από τους Τούρκους.
Στο αρχοντικό των Παπατσωραίων, αναφέρει ο Φραντζής, ανέβαινε πολλές φορές ο ίδιος αλλά και ο τότε θρυλικός μητροπολίτης Τριφυλίας Γερμανός και όρκιζαν ‘’φιλικούς’’ πολλούς κλεφτοκαπεταναίους.
 Επίσημα η Επανάσταση κηρύχτηκε από τους Ντρέδες στις 24 Μαρτίου 1821, μία ημέρα δηλαδή ενωρίτερα από εκείνη που είχε προκαθοριστεί από τη Φιλική Εταιρεία. Αλλά εκεί που διέπρεψαν κυριολεκτικά οι Ντρέδες και το Σουλιμά καταξιώθηκε στην Ιστορία, ήταν κατά την περίοδο του επικού εννιάχρονου απελευθερωτικού αγώνα του 1821, που σήκωσαν δυσανάλογα μεγάλο βάρος σε σχέση με τον πληθυσμό των Σουλιμοχωρίων, για την ελευθερία των Ελλήνων.
 Ειδικότερα, την 23 Μαρτίου 1821, 200 Ντρέδες υπό τον Γιαννάκη Μέλλιο που ήταν συναγμένοι στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, μαζί με τους Μανιάτες και τους άλλους Μεσσήνιους κλεφτοκαπεταναίους, υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη μπήκαν στην Καλαμάτα και την απελευθέρωσαν.

Η κατάληψη της Καλαμάτας (Αναπαράσταση)

 Στο μεταξύ οι Τούρκοι της Αρκαδιάς ( Κυπαρισσίας) πληροφορήθηκαν την κατάληψη της Καλαμάτας από τους επαναστάτες, έντρομοι αναχώρησαν τις βραδινές ώρες της 25ης Μαρτίου για το πλησιέστερο φρούριο του Νεόκαστρου (Πύλου). Εκεί πίστευαν ότι θα είχαν περισσότερη ασφάλεια. Σχετικά ο Διονύσιος Κόκκινος γράφει: «Κατόπιν τούτου οι Τούρκοι της πόλεως κατελήφθησαν από πανικόν, άφησαν ήσυχους τους Έλληνες συμπολίτας τους και κατά την εσπέραν της 25ης Μαρτίου έφυγαν με τας οικογενείας τους προς τον νότον δια να ασφαλιστούν σε ένα από τα παραθαλάσσια φρούρια της Μεσσηνίας».
 Οι Τούρκοι της Αρκαδιάς φεύγοντας άφησαν φρουρά 100 οπλοφόρους στο κάστρο για να προφυλάξουν την πόλη, τις οικίες και την κινητή περιουσία τους, μέχρι να επιστρέψουν αφού αφήσουν τις οικογένειές τους στα φρούρια της Πύλου και της Μεθώνης. Αλλά και η φρουρά τρομοκρατημένη από τις διαδόσεις, έφυγε για το Νεόκαστρο.
 Στις δώδεκα το μεσημέρι δόθηκε το περιβόητο σύνθημα της εξόρμησης και οι Ντρέδες του Κεφαλαρίου, ακάθεκτοι επιτέθηκαν κατά της Αρκαδιάς, την οποία το απόγευμα της 26ης Μαρτίου κατέλαβαν αναίμακτα.

 
Αφού ίδρυσαν επιτροπή επιμελείας για να εξασφαλίσει τα αναγκαία για τους πολεμιστές, στις 27 Μαρτίου 1821 οδηγούμενοι από τον Γιαννάκη Μέλλιο διέλυσαν στη Λιγούδιστα (χώρα) το τουρκικό σώμα που βάδιζε για την ανακατάληψη της Κυπαρισσίας και πέτυχαν την πρώτη νίκη με οργανωμένο τουρκικό τακτικό στρατό, που ανέβασε πολύ το ηθικό των ραγιάδων της ευρύτερης περιοχής. 
 Ακολούθως, απελευθέρωσαν τις πεδινές περιοχές των Φιλιατρών και των Γαργαλιάνων και πολιόρκησαν, κατά την παραγγελία του Κολοκοτρώνη, τα ισχυρότερα κάστρα της Πύλου, το Νιόκαστρο και το Ναυαρίνο, της Κορώνης και της Μεθώνης και εγκλώβισαν σε αυτά τις ισχυρές τουρκικές δυνάμεις τους ανερχόμενες κατά τον ιστορικό Διονύσιο Κόκκινο σε 20.000 άνδρες και έτσι έδωσαν τον αναγκαίο χρόνο στον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Μοραΐτες οπλαρχηγούς να οργανώσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς, χωρίς να κινδυνεύουν και από τις τουρκικές δυνάμεις των μεσσηνιακών κάστρων.



 Στις 10 Απριλίου 1821 κατέλαβαν το Ναυαρίνο και στις 10 Αυγούστου 1821 και το Νιόκαστρο και ολοκλήρωσαν την απελευθέρωση της Πύλου. Στη συνέχεια απέσυραν μέρος των δυνάμεών τους, γιατί με τις υπόλοιπες εξακολουθούσαν να πολιορκούν τα ισχυρά φρούρια της Μεθώνης με τον Παναγιώτη Ντούφα και της Κορώνης και στράφηκαν προς την Αρκαδία, όπου στις 12 Μαΐου 1821 πολέμησαν ηρωικά στο Βαλτέτσι μαζί με τον Μητροπέτροβα, όπου είχαν και σημαντικές απώλειες και αρίστευσε ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης.

Στις 10 Αυγούστου 1821 πολέμησαν με αυτοθυσία στη μάχη της Γράνας μπροστά από την Τρίπολη και στις 22 Σεπτεμβρίου 1821, 2.400 Ντρέδες υπό τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη εξόρμησαν από την Κώμη Μαντζαγράν και πρώτοι απ’ όλους τους πολιορκητές μπήκαν στην Τριπολιτσά από την πύλη του Μιστρά και, μέσα στην πόλη, επί ώρες συγκρότησαν νικηφόρα λυσσώδη μάχη με τους έμπροσθέν τους Αλβανούς και Τούρκους. Ακολούθως έδωσαν νικηφόρες μάχες στου Λάλα, τον Ιούνιο του 1821 με τον Κωνσταντίνο Μέλλιο, όπου εμπόδισαν τους Λαλαίους Τουρκαλβανούς υπό τον Ράμμον Αγά να σπεύσουν προς βοήθεια των πολιορκημένων Τούρκων στα δυτικά κάστρα, στην πολιορκία του Ναυπλίου, στις 6 Δεκεμβρίου 1821 με τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη και τον Αναστάσιο Γυφτάκη, στη Λιβαδειά τον Ιούνιο του 1821 με τον Αναγνώστη Σαμπρή και τον Γεώργιο Μεγάλη, στην πολιορκία των Παλαιών Πατρών, τον Μάρτιο του 1822 με τους Δημήτρη Παπατσώρη, τον Γεώργιο Συρράκο και τον Κωνσταντίνο Μέλλιο, στη μάχη της Κάζας τον Απρίλιο του 1822 με τον Αδάμη Παπατσώρη και τον Γεώργιο Συρράκο και στην κατάληψη του φρουρίου του Άργους στις 17 Ιουλίου 1822, όπου ανδραγάθησε ο σημαιοφόρος του Παπατσώρη, ο Αναγνώστης Αλεκόπουλος, που πρώτος έστησε τη σημαία στους προμαχώνες του φρουρίου. 


 Στην πολιορκία του φρουρίου του Άργους οι Ντρέδες κατέλαβαν εννέα ταμπούρια του Δράμαλη με τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη, τους Παπατσωραίους και τους αδελφούς Μέλλιου και ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός του Κολοκοτρώνη για την αποτελεσματικότητά τους και την ανδρεία τους, ώστε ανέκραξε: «Ήρθαν οι Αρκαδινοί και με τα τσαρούχια τους σάρωσαν τα ταμπούρια του Δράμαλη». 

Αριστερά η μάχη στα Δερβενάκια και δεξιά η άλωση της Τριπολιτσάς (Αναπαραστάσεις)

 Στα Δερβενάκια στις 26 Ιουλίου 1822, όπου έδειξαν απαράμιλλη ανδρεία και φόνευσαν και δύο Τούρκους πασάδες, τον Σαλήμ πασά και τον Δαμάλ πασά, στο Αγηνόρι Αργολίδας στις 29 Ιουλίου 1822 με τον Αδάμ Παπατσώρη, στη Σικυώνα στις 12 Αυγούστου 1822 με τον Αδάμ Παπατσώρη, στην Περαχώρα στις 10 Σεπτεμβρίου 1822 με τον Γεώργιο Συρράκο και τον Κωνσταντίνο Μέλλιο, στο Κρεμμύδι Πυλίας στις 8 Απριλίου 1825, με τους Παπατσωραίους και τον Αντώνη Ντάρα στο Μανιάκι Μεσσηνίας στις 20 Μαΐου 1825, με τον Δημήτρη Μέλλιο, τον Αναγνώστη Γκότση, τον Αναστάση Γυφτάκη και τον Νάση Κόντο, γιατί οι πρωτοκαπετάνιοι τους ήταν στη φυλακή στην Ύδρα, στη Δραμπάλα στις 5 Ιουνίου 1825 όπου μετείχε όλη η δύναμη των Ντρέδων με τους οπλαρχηγούς τους και αρίστευσαν ο Γιαννάκης Λιόγας και ο Αναγνώστης Αλεκόπουλος, ο Αντώνιος Συρράκος και ο Δημήτρης Μέλλιος, στους Μύλους στις 14 Ιουνίου 1825, στα Τρίκορφα στις 8 Ιουλίου 1825, στις Καρυές στις 22 Ιουλίου 1825, στους Δραγουμάνους Ολυμπίας στις 28 Ιουλίου 1825, στο Ίσαρι στις 7 Αυγούστου 1825 και στην Πιάνα στις 24 Αυγούστου 1825, μάχες στις οποίες οι Ντρέδες αντιμετώπισαν σταθερά τον Ιμπραήμ πασά και του προξένησαν μεγάλη φθορά.

 Γενικά, κατά τη διάρκεια του αγώνα, οι Ντρέδες ήταν πανταχού παρόντες και παντού θριάμβευσαν, ιδιαίτερα όμως απαράμιλλοι στην ανδρεία ήταν κατά την αντιμετώπιση του τουρκο-αιγύπτιου εισβολέα Ιμπραήμ, τον οποίο πέτυχαν να κατατροπώσουν επανειλημμένα και να διατηρήσουν για μία ακόμη φορά ανέπαφες τις εστίες τους, οι οποίες είχαν μεταβληθεί σε άσυλο σωτηρίας όλου του άμαχου πληθυσμού των γύρω περιοχών.

Οι Ντρέδες εναντίον του Ιμπραήμ.

 Γενικά, κατά τη διάρκεια του αγώνα, οι Ντρέδες ήταν πανταχού παρόντες και παντού θριάμβευσαν, ιδιαίτερα όμως απαράμιλλοι στην ανδρεία ήταν κατά την αντιμετώπιση του τουρκο-αιγύπτιου εισβολέα Ιμπραήμ, τον οποίο πέτυχαν να κατατροπώσουν επανειλημμένα και να διατηρήσουν για μία ακόμη φορά ανέπαφες τις εστίες τους, οι οποίες είχαν μεταβληθεί σε άσυλο σωτηρίας όλου του άμαχου πληθυσμού των γύρω περιοχών.
 Ειδικότερα οι Ντρέδες συνήψαν λυσσώδεις μάχες με τα στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά και στην ευρύτερη περιοχή τους, όταν ο τελευταίος έκανε την τέταρτη εισβολή του στην ορεινή Τριφυλία με σκοπό να καταστρέψει τις δυνάμεις τους και να υποτάξει τα αδούλωτα Σουλιμοχώρια, που ήταν μια διαρκής απειλή στα πλευρά του. Οδηγώντας ο ίδιος τεράστιες δυνάμεις Αιγυπτίων, Αλβανών και Μαμελούκων επιτέθηκε στο Λάπι των Σουλιμοχωρίων στις 22 Απριλίου 1827,

Η μάχη στο Λάπι (22 Απριλίου 1827)
 Τον Απρίλιο του 1827 ο Ιμπραήμ επιχειρεί εισβολή στην ορεινή Τριφυλία. Οι δυνάμεις που είχε ο Ιμπραήμ ήταν πεζοί, ιππείς και πυροβολικό. Προσπαθεί να διαλύσει τη δύναμη των Ντρέδων, γιατί ήταν απειλή στα πλευρά του και διότι άρπαζαν άλογα, βόδια, καμήλες και αιγοπρόβατα που έβοσκαν γύρω από τα στρατόπεδά του. Στο Λάπι είχαν συγκεντρωθεί όλες οι δυνάμεις Τριφυλίας και Ολυμπίας. Παρόντες και οι Ντρέδες με στρατηγό τον Δημήτριο Παπατσώρη.

 Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης (εικ. δεξιά) με υπαρχηγό τον Παπατσώρη και με 2.000 στρατό οχύρωσαν τα σπίτια στο Λάπι, προτού έρθει ο εχθρός. Ο αδελφός του Γεώργιος και ο Αδάμ Παπατσώρης διατάχτηκαν να καταλάβουν με 500 στρατιώτες τους λόφους δεξιά του χωριού, ενώ ο θείος του Παπαθεοδώρου και ο Αναγνώστης Παπατσώρης με 300 στρατιώτες οχυρώθηκαν αριστερά του χωριού. 'Aλλοι οπλαρχηγοί με 700 στρατιώτες φυλούσαν τα μετόπισθεν. Η συνολική δύναμη του στρατού εκείνου ανερχόταν σε 3.000 άντρες.
 Στις 22 Απριλίου ήρθε ο Ιμπραήμ με 15.000 πεζούς Αιγυπτίους, 2.000 Αλβανούς, 150 Μαμελούκους και 25 πυροβόλα.
 Πριν ξεκινήσει η μάχη, είχε στείλει μια πολύ κολακευτική επιστολή με υποσχέσεις για στρατιωτικούς βαθμούς και χρηματική βοήθεια αν υποταχτούν. Την επιστολή αυτή είχαν φέρει στον Αθανάσιο Γρηγοριάδη στις 16-4-1827 τρεις διάσημοι Αλβανοί αρχιστράτηγοι, ο Γαλίπ Μπέης, ο Μουσταφά Μπέης και ο Ασλάν Μπέης με συνοδεία μόνο 100 Αλβανών στρατιωτών και κρατώντας λευκή σημαία. 

Αφού φιλοξενήθηκαν, έλαβαν την απάντηση των Ντρέδων και επέστρεψαν στο στρατόπεδό τους.
Η απαντητική επιστολή των Σουλιμοχωριτών ήταν η ακόλουθη:
 ''Αρχιστράτηγε Ιμβραήμ Πασά,
Ελάβομεν την επιστολήν σου και σου αποκρινόμεθα ότι περιφρονούμεν τας περί υποταγής προτάσεις σου, διότι κι εγώ και οι λοιποί συμπατριώται μου έχομεν απόφασιν ορκισθέντες να ελευθερώσωμεν την κινδυνεύουσαν πατρίδα μας δια πάσης θυσίας. Λοιπόν θα κάμης καλά να αποσυρθής από τον Μωριά, επειδή ματαίως κοπιάζεις. 'Aκουσον όλα αυτά που σου γράφομεν σήμερον και μη επιμένης διότι και ημείς όλοι θα επιμείνωμεν περισσότερον, και η ζημία θα είναι εναντίον σου. Λοιπόν σε περιμένομεν προθύμως δια να πολεμήσωμεν και να μάθης και πάλιν τι είναι Αρκαδίων τουφέκι.
Από του εν τη κώμη Λάπι γενικού στρατοπεδαρχείου των Αρκαδίων''.
Ο γενικός στρατιωτικός Αρχηγός
Αθανάσιος Γρηγοριάδης
Οι υπαρχηγοί
Δ. Παπατσώρης
Δ. Παπαθεοδώρου
Γεώργ. Γρηγοριάδης
Αδάμ Παπατσώρης
Αναγν. Παπατσώρης
Γεώργιος Συρράκος και
Γεώργιος Γκότσης
  Όταν ο Ιμπραήμ έφτασε απέναντι από το χωριό, είχε στα δεξιά του το Αλβανικό και αριστερά του το Αιγυπτιακό πεζικό με τα πυροβόλα. Ο ίδιος με το ιππικό έμεινε πίσω έτοιμος να καταδιώξει τους Έλληνες που ήταν βέβαιος ότι θα υποχωρήσουν. Η μάχη κράτησε επτά ώρες και αποκρούστηκαν εννέα έφοδοι των Αιγυπτίων. 700 Αιγύπτιοι στρατιώτες σκοτώθηκαν και 360 τραυματίστηκαν. Οι απώλειες των Αρκαδίων ήταν 52 νεκροί και 24 πληγωμένοι.
 Με τη δύση του ήλιου ο Ιμπραήμ υποχώρησε και στρατοπέδευσε σε μια πεδιάδα, σε απόσταση μιάμισης ώρας από τα Σουλιμοχώρια. Οι Αρκάδιοι με γενικό αρχηγό το Γρηγοριάδη στρατοπέδευσαν στο χωριό Ψάρι.
Εκεί δόθηκε η επόμενη μάχη στις 24 Απριλίου 1827

Το μνημείο των Ντρέδων στο Άνω Δώριο

Η μάχη στο Ψάρι (24 Απριλίου 1827)
 Δύο μέρες μετά τη μάχη στο Λάπι, ο Ιμπραήμ έστειλε τον αντιστράτηγό του Ασλάν Μπέη με 6.000 πεζούς, 500 ιππείς και 10 κανόνια εναντίον του στρατού των Αρκαδίων που είχε στρατοπεδεύσει στο Ψάρι. Ο ίδιος με τον υπόλοιπο στρατό του κατευθύνθηκε στο Σιδηρόκαστρο όπου επίσης συνάντησε γενναία αντίσταση.
 Όταν ο Ασλάν Μπέης έφτασε στο Ψάρι, συγκρούστηκε με τους Αρκαδίους σε μια σφοδρή μάχη που κράτησε τέσσερις ώρες. Οχυρωμένοι οι Ντρέδες, με συνεχείς πυροβολισμούς απέκρουσαν τους εχθρούς που τέσσερις φορές εισέβαλαν στο χωριό. Έκαναν μάλιστα και αυτοί εφόδους - αντεπιθέσεις με τα σπαθιά τους και κυρίευσαν 4 σημαίες, 23 άλογα και 1 κανόνι των εχθρών.
 Στη μάχη αυτή πολέμησαν όλες οι γυναίκες του χωριού και άλλες από τα γύρω χωριά μοιράζοντας μπαρουτόβολα στους πολεμιστές ή ρίχνοντας με τα καρυοφίλια τους και τις πιστόλες τους. Σκοτώθηκαν 7 γυναίκες και ανάμεσά τους μια ανιψιά του Αντώνη Ντάρα, η Γιαννούλα.
 Οι εχθρικές απώλειες ήταν 250 στρατιώτες και 11 αξιωματικοί νεκροί και 80 τραυματίες, ενώ οι Αρκάδιοι έχασαν 31 άντρες και είχαν 9 πληγωμένους. Μετά τη μάχη ο Ασλάν Μπέης αποσύρθηκε προς την Αρκαδιά προκειμένου να συναντήσει τον Ιμπραήμ.
Η επόμενη μάχη που έδωσαν οι Ντρέδες ήταν στις 29 Απριλίου στον Αετό.

Η μάχη στον Αετό (29 Απριλίου 1827)
 Μετά τις μάχες στο Λάπι και το Ψάρι ένα τμήμα του στρατού του Ιμπραήμ με 2.000 Αιγυπτίους πεζούς, 1.600 Αλβανούς, Μαμελούκους ιππείς, 5 κανόνια και αρχηγό τον Ομέρ Χουσεΐν Μπέη επιτέθηκε στον Αετό και χτύπησε τους εκεί οχυρωμένους 800 Αρκαδίους που είχαν για αρχηγό τους τον Γεώργιο Γκότση.
 Γύρω στις 1.30 το μεσημέρι οι Αλβανοί πρώτοι όρμησαν με αλαλαγμούς και κυρίευσαν δύο ταμπούρια αναγκάζοντας τους υπερασπιστές τους να υποχωρήσουν μέσα στο χωριό. Στη συνέχεια οι Αλβανοί και οι Αιγύπτιοι προχώρησαν πολεμώντας στη μέση του Αετού και παρά τις απώλειές τους, περικύκλωσαν τους υπερασπιστές του που είχαν οχυρωθεί μέσα στα σπίτια.
 Ενώ η μάχη κρατούσε, έφτασαν σε βοήθεια από το Ψάρι ο Δημήτριος Παπατσώρης με τους γιους του Αδάμ και Αναγνώστη, και οι Γιαννάκης Γκρίτζαλης, Κ. Μέλιος, Γ. Συρράκος, Αντώνης Ντάρας με 1.300 άντρες. Αυτοί χτύπησαν τους εχθρούς από τα νώτα και τους έτρεψαν σε φυγή. Τελικά έφτασαν στο χωριό Βιδίσοβα όπου κατασκήνωσαν, ενώ οι Ντρέδες γύρισαν στον Αετό.
 Την επομένη ημέρα, 30 Απριλίου, καθώς οι εχθροί προχωρούσαν προς την Κυπαρισσία και κοντά στο χωριό Λυκουδέσι συναντήθηκαν ξανά με τους Ντρέδες και δόθηκε δεύτερη σφοδρή μάχη. Με το ξίφος στα χέρια οι Ντρέδες επιτέθηκαν στους Αιγυπτίους και τους καταδίωξαν σκοτώνοντας 70 απ' αυτούς και συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους. Απελευθέρωσαν επίσης περίπου 700 γυναικόπαιδα που είχαν αιχμαλωτισθεί σε προηγούμενες επιδρομές.

Η μάχη στα Γουβαλάρια (20 Μαΐου 1828)
 Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα ο Ιμπραήμ θα ήταν αναγκασμένος να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο. Πριν όμως φύγει, θέλησε να πατήσει και να καταστρέψει το Σουλιμά. Στρατοπέδευσε στον κάμπο του Δωρίου με 25.000 πεζούς και ιππείς, 35 κανόνια και 4.000 Αλβανούς μισθοφόρους. Οι Ντρέδες γνωρίζοντας το σκοπό του είχαν φτιάξει ταμπούρια και περίμεναν την επίθεση των Αιγυπτίων.
 
Όλοι οι γνωστοί οπλαρχηγοί ήταν εκεί: Οι αρχηγοί Αθανάσιος Γρηγοριάδης και Δημήτρης Παπατσώρης (εικ. δεξιά), αλλά και τα παιδιά του Παπατσώρη Αδάμης και Αναγνώστης και οι υπόλοιποι καπεταναίοι Γιαννάκης Γκρίτζαλης, Δημ. Μέλιος, Γ. Συρράκος, Αντ. Συρράκος, Αντώνης Ντάρας, Γ. Μεγάλης, Αναγνώστης Σιαμπρής, Γεώργιος Γκότσης, Διον. Παπαθεοδώρου κ.α. 
 Ξαφνικά τους ήρθε βοήθεια εκεί που δεν το περίμεναν. Οι 4.000 Αλβανοί μισθοφόροι ήταν δυσαρεστημένοι με τον Ιμπραήμ που τους χρωστούσε μισθούς τριών μηνών και επιπλέον ήταν ανήσυχοι για την επικείμενη αναχώρηση του για την Αίγυπτο. Έτσι ήρθαν σε μυστική επαφή με τους Ντρέδες και συμφώνησαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο του Ιμπραήμ και αυτοί ως αντάλλαγμα θα τους βοηθούσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους.

 Η μάχη έγινε στην τοποθεσία Γουβαλάρια. Το κέντρο των ελληνικών προμαχώνων κατέλαβαν οι αρχηγοί Γρηγοριάδης και Παπατσώρης με 3.000 άντρες, δεξιά τους οι υπόλοιποι καπετάνιοι με 2.000 άντρες και αριστερά παρατάχτηκαν οι Αλβανοί με τους αρχηγούς τους Αχμέτ Μπέη, Αλή Οσμάν Μπέη, Γαλίπ Μπέη και Μουσταφά Μπέη. Η πρώτη επίθεση του Ιμπραήμ έγινε στις 6 το πρωί και ακολούθησαν άλλες πέντε έφοδοι μέχρι τις 5 το απόγευμα. Όλες οι επιθέσεις αποκρούστηκαν με απόλυτη επιτυχία και με μεγάλες απώλειες για τον Ιμπραήμ. Περισσότεροι από 1.800 Αιγυπτίους σκοτώθηκαν και 600 τραυματίστηκαν. Από τους Αρκαδίους σκοτώθηκαν 62 και 23 πληγώθηκαν, ενώ οι Αλβανοί είχαν 173 νεκρούς και 44 τραυματίες.
 Μετά τη μάχη ο Ιμπραήμ απογοητευμένος αναχώρησε για την Κυπαρισσία. Οι Ντρέδες φιλοξένησαν τους Αλβανούς για είκοσι μέρες και ύστερα τους συνόδευσαν μέχρι το Αίγιο. Από εκεί πέρασαν μόνοι τους στο Μεσολόγγι και γύρισαν στην πατρίδα τους.
 Στα Γουβαλάρια στις 20 Μαΐου 1828 γράφτηκε το τέλος της βάρβαρης επιδρομής του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, που προξένησε αμέτρητες καταστροφές, λεηλασίες, αιχμαλωσίες και πολλές φορές έφερε την Επανάσταση σε αδιέξοδο με κίνδυνο να καταρρεύσει.


Πηγή: Ιστολόγιο Άνω Δώριο (Σουλιμά) Μεσσηνίας              


Video: Σουλιμοχώρια Τριφυλίας. Παρουσίαση Οδυσσέα Παυλόπουλου και συλλόγου Ψαραίων Αθήνας







Printfriendly